Σε συμπλήρωση του εξαιρετικού ενθέτου που αφιέρωσε η «Κ» στη δίκη της Νυρεμβέργης την περασμένη Κυριακή (φ. 23/11/2025), θα αναφερθώ σε ένα ελάχιστα γνωστό περιστατικό «ελληνικού ενδιαφέροντος»: την κατάθεση ως μάρτυρα κατηγορίας ενός Ελληνα, του αστικολόγου και μετέπειτα γνωστού καθηγητή της Νομικής Ιωάννη Σόντη (1907-1982).
Ως δικηγόρος και γερμανομαθής –ήταν διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης και υφηγητής από το 1938 στο ΕΚΠΑ– ο Σόντης είχε υποδειχθεί από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών για την υπεράσπιση Ελλήνων κατηγορουμένων ενώπιον του γερμανικού Στρατοδικείου (Feldgericht), που συνεδρίαζε τότε στην αίθουσα του Φ.Σ. Παρνασσός, στην πλατεία Καρύτση, στην Αθήνα. Στο δικαστήριο αυτό, που συνήθως συγκροτούσαν επιστρατευμένοι Γερμανοί νομικοί, παραπέμπονταν εκατοντάδες συμπολίτες μας για αντιστασιακές ενέργειες, από ελαφρές (όπως ήταν η προπαγάνδα υπέρ των Συμμάχων), έως βαριές (όπως ήταν τα σαμποτάζ). Εφαρμοστέος ήταν ο γερμανικός ποινικός κώδικας, καθώς και οι διαταγές που εξέδιδαν κατά καιρούς οι αρχές κατοχής. Στα «Φύλλα Κατοχής», η Ιωάννα Τσάτσου περιγράφει πώς συγγενείς και φίλοι των κατηγορουμένων, συγκεντρωμένοι έξω από την αίθουσα του ιστορικού συλλόγου, περίμεναν τον Σόντη με αγωνία για να μάθουν ποια ήταν η ετυμηγορία του δικαστηρίου. Εφεση βέβαια δεν χωρούσε, αλλά, σε περίπτωση θανατικής καταδίκης, μόνον αίτηση χάριτος προς τον Γερμανό διοικητή. Τότε, χάρη σε παρεμβάσεις του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, είχαν σωθεί πολλοί καταδικασθέντες.
Ο Σόντης δεν κατέθεσε στη «μεγάλη» δίκη της Νυρεμβέργης, ενώπιον του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου, αλλά σε μια από τις δώδεκα «αμερικανικές» δίκες που επακολούθησαν, επίσης στη Νυρεμβέργη, το 1947-1948. (Οι Σοβιετικοί είχαν τότε αρνηθεί να συμπράξουν στη δίωξη και άλλων εγκληματιών πολέμου). Στις δίκες αυτές δικάστηκαν, ενώπιον Αμερικανών δικαστών, 177 ακόμη Γερμανοί εγκληματίες πολέμου, από τους 2.500 που είχαν συλληφθεί στην αμερικανική ζώνη κατοχής με διάφορες κατηγορίες. Γνωστότερες από αυτές ήταν «η δίκη των ιατρών», οι οποίοι κατηγορούνταν για τα πειράματα ευγονικής κ.ά. που είχαν πραγματοποιήσει, η «δίκη των δικαστών» και η «δίκη των υπουργών». Αλλη γνωστή δίκη ήταν και η «δίκη των στρατηγών», γνωστότερη ως «Hostage Case», στην οποία κατηγορούμενοι ήταν 12 ανώτατοι αξιωματικοί, μεταξύ των οποίων ο στρατάρχης Wilhelm List και οι πτέραρχοι Wilhelm Speidel και Hellmuth Felmy, που και οι τρεις είχαν υπηρετήσει στην Ελλάδα, όπου κατηγορούνταν ότι είχαν διαπράξει εγκλήματα πολέμου. Σε αυτήν κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυς ο Σόντης.
Στα πρακτικά της δίκης, που μεταφρασμένα πλέον στα αγγλικά είναι προσιτά στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ (:nuremberg.law.harvard.edu/transcripts, the «Hostage Case», NMT 7) παρατίθεται ολόκληρη η κατάθεση Σόντη (συνεδρίαση 21.8.1947, σελ. 2.453 κ.έπ.). Στην αρχή, απαντώντας σε ερώτηση του προέδρου, ο τελευταίος διευκρίνισε ότι από το 1941 έως το 1944 χειρίστηκε πάνω από 300 υποθέσεις, με τον ρυθμό τους πάντως να περιορίζεται σημαντικά από τον Οκτώβριο του 1943 και εφεξής, όταν ανέλαβαν δράση στην Αθήνα τα SS. Γι’ αυτά, οι δίκες θεωρούνταν «πολυτέλεια».
Η σημαντική συμβολή του Ελληνα νομικού, που κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυς στη «δίκη των στρατηγών» οι οποίοι κατηγορούνταν για εγκλήματα πολέμου.
Οι αυθαίρετες εκτελέσεις συλλαμβανομένων –ομήρων, αιχμαλώτων πολέμου, αλλά ακόμη και αθωωθέντων από το στρατοδικείο– ήταν το σημείο που ο Σόντης πρώτα πρώτα ανέδειξε στην κατάθεσή του. Ενα μικρό μόνο ποσοστό συλλαμβανομένων παραπέμπονταν σε δίκη. Και τούτο, με ασαφή κριτήρια. Το δεύτερο σημείο ήταν τα βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονταν κατά σύστημα οι κατηγορούμενοι για σοβαρά αδικήματα. Επρόκειτο για τη λεγόμενη «αυστηρή ανάκριση» («severe examination») που διεξήγαγαν τα κατοχικά όργανα. Για να εξηγήσει σε τι ακριβώς συνίστατο αυτή, ο Σόντης, στη δίκη ενός εφοριακού από τον Πόρο που κατηγορούνταν για «αντιγερμανική προπαγάνδα», επικαλέστηκε σύγγραμμα που γνώριζε από την εποχή που σπούδαζε στη Χαϊδελβέργη, το «Das Recht in Bilde», ενός καθηγητή Hans Fehe, όπου με τη βοήθεια σκίτσων ο συγγραφέας περιέγραφε τα βασανιστήρια που διεξάγονταν στον Μεσαίωνα. «Αυτά εφαρμόστηκαν στον πελάτη μου», είπε, «με αποτέλεσμα να χάσει τα λογικά του». Σε άλλη δίκη, απευθυνόμενος σε έναν στρατοδίκη, με τον οποίο είχε κάποια επικοινωνία, τον ρώτησε αν ως νομικός ενέκρινε αυτά που είχε υποστεί ο κατηγορούμενος, που ήταν γερμανοσπουδαγμένος Αθηναίος γιατρός.
Από εκεί και πέρα, το έργο του Σόντη ήταν δύσκολο. Επρεπε να δείξει ότι σύμφωνα ακόμη και με το γερμανικό δίκαιο, ο κατηγορούμενος ήταν αθώος. Για παράδειγμα, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της «υποβοήθησης του εχθρού», το σχετικό άρθρο 91Β του Ποινικού Κώδικα του Reich απαιτούσε ο ένοχος να έχει πρόθεση να βλάψει τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις. Συνέβαινε όμως κάτι τέτοιο με ένα παιδί που κατηγορούνταν ότι είχε κλέψει δυο λίτρα γάλα από αποθήκη γερμανικής μονάδας στην Αθήνα;
Ο Σόντης σπανιότατα μιλούσε για την εμπειρία του αυτή στους μαθητές του. Από σεμνότητα; Λόγω της αδυναμίας που είχε προς τα γερμανικά πανεπιστήμια και τις νομικές σχολές τους; Πολύ πιθανόν, αν κρίνει κανείς ότι σε αυτές, τα χρόνια που ακολούθησαν, κατηύθυνε τους πιο λαμπρούς μαθητές του. Το βέβαιο είναι ότι, με προσιτά πλέον τα πρακτικά της ως άνω δίκης, θα ήταν μείζων παράλειψη να μην αναδειχθεί είτε από νεότερους νομικούς (και ειδικά ποινικολόγους) είτε από τους ιστορικούς μας, η σημαντική αυτή συμβολή, όχι απλώς ως φόρος τιμής σε έναν σπουδαίο δάσκαλο –τον «στρατηγικό νου», κατά πολλούς, της Νομικής Αθηνών στις δεκαετίες του 1960 και του 1970– αλλά και ως ιστορικό τεκμήριο μεγάλης αξίας.
*Ο κ. Ν.Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ηταν μαθητής του Ιωάννη Σόντη.

