Η συκοφαντία είναι πολύ συγκεκριμένο πράγμα. Σχεδόν απτό, διότι εμπεριέχει πραγματολογικά δεδομένα, που μπορούν να επαληθευτούν ή να διαψευστούν. Αν κάποιος πει ότι ο Χ πολιτικός ή ο Ψ δικαστής «τα παίρνει», πρέπει να το αποδείξει. Αντιθέτως, η χυδαιότητα είναι πολύ ρευστό και υποκειμενικό πράγμα. Κάποτε όλοι θεωρούσαν χυδαίο το ρεμπέτικο τραγούδι και γι’ αυτό το απαγόρευαν. Δικαστήριο διέταξε «να δημευτούν και να καταστραφούν τα αντίτυπα του βιβλίου του Ηλία Πετρόπουλου “Το εγχειρίδιον του καλού κλέφτη”» («Νέα», 24.10.1980).
Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες η συκοφαντία τιμωρείται, σε αντίθεση με τη «χυδαιότητα», που μπορεί κάποιος να βλέπει ή και να ενοχλείται από αυτήν. Και αυτό, διότι δίκαιο μπορεί να απονεμηθεί μόνο επί του πραγματικού –αυτού που μπορεί να αποδειχθεί– και όχι επί του φανταστικού ή του υποκειμενικού. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αναίρεσε την καταδίκη του Ρόμπερτ Κοέν, ο οποίος είχε εμφανιστεί σε δικαστήριο με ένα μπλουζάκι που έγραφε «Γ… την επιστράτευση». Ο δικαστής Τζον Μάρσαλ Χάρλαν παρατήρησε ότι «η χυδαιότητα του ενός είναι η ποίηση του άλλου» και «επειδή οι κρατικοί αξιωματούχοι δεν μπορούν να κάνουν θεμελιώδεις διαχωρισμούς (σ.σ.: το τι ακριβώς συνιστά «χυδαιότητα), το σύνταγμα αφήνει τα ζητήματα στυλ και γούστου στα άτομα». Προειδοποίησε επίσης ότι «η κυβέρνηση, λογοκρίνοντας κάποιες λέξεις, μπορεί να απαγορεύσει την έκφραση αντιδημοφιλών απόψεων» (Cohen v. California, 1971).
Δυστυχώς, αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ χυδαιότητας και συκοφαντίας δεν είναι κατανοητός στους απλούς πολίτες. Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, ούτε και στους δικαστές. Δεν αναφερόμαστε μόνο σε παλαιότερες –πάρα πολλές!– αποφάσεις που απαγόρευσαν σημαντικά ή/και ασήμαντα έργα τέχνης – έχει βγει ολόκληρο «Λεξικό Λογοκρισίας στην Ελλάδα» (εκδ. Καστανιώτη, 2018). Θα σταθούμε ωστόσο στις ανακοινώσεις της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων περί «χυδαίων και συκοφαντικών δηλώσεων δικηγόρων με το πρόσχημα της δήθεν άσκησης κριτικής» (25.11.2025).
Το γεγονός ότι το συνδικαλιστικό όργανο των δικαστικών μπερδεύει την περιφρόνηση του δικαστηρίου με την έκφραση γνώμης για αυτό, πρέπει να μας προβληματίσει.
Το γεγονός ότι το συνδικαλιστικό όργανο των δικαστικών βάζει στον ίδιο τορβά τη χυδαιότητα με τη συκοφαντία, ότι μπερδεύει την περιφρόνηση του δικαστηρίου με την έκφραση γνώμης για αυτό, πρέπει να μας προβληματίσει. Πολύ δε περισσότερο, πρέπει να τρομάξουμε από το γεγονός ότι ζητούν, από το ευεπίφορο σε αντιφιλελεύθερες φωνές υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλαγή του Ποινικού Κώδικα. Ζητούν την τιμωρία των «χυδαιολόγων» –επειδή για τους συκοφάντες έτσι κι αλλιώς προβλέπεται– φέροντας, μάλιστα, ως παράδειγμα τι γίνεται στη Ρωσική Ομοσπονδία! Ζητούν να επεκταθεί το άρθρο 155 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, που αφορά τα πειθαρχικά παραπτώματα που διαπράττονται ενώπιον δικαστηρίων) και εκτός της δικαστικής αίθουσας. Πόσο έξω; Δεν λένε. Μάλλον όσο κρίνουν αυτοί.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην καταδικαστική για τη χώρα μας απόφαση «Κατράμης κατά Ελλάδας, 6.12.2007» αναγνώρισε ότι ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να ανέχεται τον έλεγχο και την κριτική σε μεγαλύτερο βαθμό από κάθε πολίτη. Θεώρησε τις σκληρές λέξεις «καραγκιόζης» και «παραβιάζει τον όρκο του», που είχε χρησιμοποιήσει ο προσφεύγων κατά του δικαστή, αξιολογικές κρίσεις που δεν δύνανται να αποδειχθούν.
Δεν αμφισβητούμε ότι, όπως γράφει η Ενωση, υπάρχουν «φαινόμενα δικηγόρων που, επιδιώκοντας δημοσιότητα και προβολή, ή ακόμη και απόπειρα άσκησης πίεσης προς όφελος του πελάτη τους, δεν διστάζουν να αξιοποιούν κάθε είδους συκοφαντία και χυδαιότητα εις βάρος δικαστικών λειτουργών, ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας ακροαματικής διαδικασίας». Ερώτηση: Μπορούμε να πούμε «καλά κουμάσια είναι κι αυτοί οι δικηγόροι» ή θα βρεθούμε ποινικώς υπόλογοι για «χυδαιολογία»;

