Πύκνωσαν και πάλι οι διεργασίες για τον πιθανό τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ακόμη και για οριστική διευθέτησή του. Το μοτίβο των τελευταίων δέκα μηνών είναι να αναζωπυρώνονται οι ελπίδες, να τοποθετούνται όλα τα εμπλεκόμενα μέρη χωρίς διάθεση να δυσαρεστήσουν τον Τραμπ, να δείχνουν διάθεση συμβιβασμού, ενώ στην πραγματικότητα παραμένουν σχετικά αμετακίνητα από τις στοχεύσεις τους.
Η θέση της Ουκρανίας είναι αρκετά δυσκολότερη σε σχέση με αυτήν της Ρωσίας, γιατί καλείται να αντιμετωπίσει μια επίθεση η οποία έχει προκαλέσει τεράστιες απώλειες και παρά το ότι οι Ουκρανοί δείχνουν αξιοπρόσεκτη ανθεκτικότητα, οι εκτιμήσεις των περισσοτέρων κάνουν λόγο για μια κατεστραμμένη χώρα για τουλάχιστον μία ίσως και δύο γενιές. Επομένως, οι αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν είναι μεταξύ του κακού και του χειρότερου. Κι αυτό γιατί έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια πολέμου έχει επέλθει κόπωση και είναι αναμενόμενη η σύγχυση όσων διαπραγματεύονται εκ μέρους του Κιέβου, αλλά το κυριότερο είναι ότι πλέον και οι στενότεροι εταίροι του αποδέχονται τις υφιστάμενες εδαφικές πραγματικότητες, τις οποίες δεν πρόκειται να νομιμοποιήσουν, αλλά και δεν μπορούν να αγνοήσουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στο ευρωπαϊκό σχέδιο υπάρχει σχετική πρόνοια ώστε η Ουκρανία να μη διεκδικήσει με στρατιωτικό τρόπο την επαναφορά τού σχεδόν 20% της ακρωτηριασμένης εδαφικής της επικράτειας, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι είναι αδύνατο αυτά τα εδάφη να επιστρέψουν στον έλεγχο του Κιέβου. Το τελευταίο πασχίζει να ανταλλάξει την αποδοχή –με κάποιες σχετικές διαφοροποιήσεις– των τωρινών αναθεωρημένων συνόρων του, αφενός με τη δημιουργία μιας ουδέτερης αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης ασφαλείας, που δεν θα ανήκει στη Ρωσία, αφετέρου και κυρίως με την παροχή εγγυήσεων που θα το κατοχυρώνουν απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα. Η απόρριψη εισόδου στο ΝΑΤΟ και η μείωση του στρατού δεν προοιωνίζονται κάτι θετικό και ασφαλώς η Μόσχα θεωρεί ότι μπορεί να είναι σε θέση κάποια στιγμή στο μέλλον να επαναφέρει τις αναθεωρητικές της βλέψεις. Από την άλλη, ο βαθμός δέσμευσης των Ηνωμένων Πολιτειών σε αυτή τη διαδικασία πρέπει να είναι το δυνατόν ο μεγαλύτερος, πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που υπάρχουν οι αρνητικές μνήμες από τη συμφωνία της Βουδαπέστης του 1994, αλλά και ο κυνισμός του Λευκού Οίκου, που συνδέει την ανάμειξή του με τη συνεχή οικονομική του ικανοποίηση.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, φαίνεται να είναι και πάλι σε θέση οδηγού ή πάντως σε ευνοϊκότερη τόσο από την Ουκρανία όσο και από την Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ μόλις πριν από λίγες εβδομάδες τελούσε υπό πίεση, μετά την ανακοίνωση των αμερικανικών κυρώσεων εις βάρος των δύο ισχυρότερων πετρελαϊκών εταιρειών της, αλλά και δευτερογενώς προκειμένου να μην αγοράζουν ρωσική ενέργεια Ινδία και Κίνα. Σε πρώτη ανάγνωση είναι ανεξήγητη η επιλογή Τραμπ να φέρει στο τραπέζι μια πρόταση 28 σημείων, η οποία ικανοποιούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη Μόσχα, μη δίνοντας χρόνο στις κυρώσεις να λειτουργήσουν, ώστε οι αναμενόμενα αρνητικές παρενέργειές τους να μετατόπιζαν μερικώς τη ρωσική στάση. Πιθανόν να θεώρησε ότι είναι προτιμότερο να προτείνει τον τερματισμό του πολέμου προτού λειτουργήσουν οι κυρώσεις, ώστε να διατηρήσει λειτουργικούς κώδικες επικοινωνίας με το Κρεμλίνο. Σε αυτή την περίπτωση, βέβαια, το μήνυμα προς τον Πούτιν είναι ότι η επιθυμία του Αμερικανού ομολόγου του είναι να μην τον αποξενώσει και να μην τον αφήσει δυσαρεστημένο, ώστε να βρεθεί μια γρήγορη λύση στο Ουκρανικό και αυτό ο Ρώσος πρόεδρος το προσμετρά στη στρατηγική του στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις. Παρατηρώντας την αμφιθυμία Τραμπ, που συνήθως γέρνει την πλάστιγγα προς τη Μόσχα, τη σχετική ευκολία με την οποία στρέφεται εις βάρος της Ουκρανίας, πιέζοντάς την σε κάθε ευκαιρία ως τον αδύναμο κρίκο, καθώς και την απαξίωσή του για την Ευρώπη, πιθανόν ο Πούτιν να κρίνει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του. Με την οικονομία να εξυπηρετεί πρωτίστως τις πολεμικές ανάγκες, χωρίς λογοδοσία (παρά το ότι αυξάνονται οι φωνές αμφισβήτησης) και με σημαντικά μεγαλύτερες δυνατότητες να θυσιάζει ανθρώπους ακόμη και άλλων εθνικοτήτων στα πολεμικά μέτωπα, ο Ρώσος πρόεδρος προσδοκά εδαφικά και διπλωματικά οφέλη. Συν το γεγονός ότι έχει βασίσει το αφήγημά του στην προσδοκία ότι ο πόλεμος εναντίον της Ουκρανίας θα εξασφαλίσει σχεδόν απόλυτα τις ρωσικές θέσεις, οπότε μόνο σε αυτή την περίπτωση δύναται να τον τερματίσει.
Αν λοιπόν δεν πετύχει και αυτή η προσπάθεια του προέδρου Τραμπ, θα συνεχίσει να εργάζεται για τη λύση του Ουκρανικού ή θα αναδιπλωθεί προκειμένου να μη φαίνεται ανίκανος να επιβάλει την αμερικανική άποψη, ώστε να μη δώσει και λαβή στους Δημοκρατικούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου 2026;
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

