Επειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια πολέμου υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που δεν επιδέχονται εύκολη αμφισβήτηση. Η ρωσική εισβολή δεν προκλήθηκε από κάποια προκλητική ενέργεια της Ουκρανίας. Η χώρα δεν υπήρχε καμία περίπτωση να εισέλθει στο ΝΑΤΟ, ειδικά μετά την απώλεια της Κριμαίας το 2014 και τον συνακόλουθο πόλεμο στο Ντονμπάς την περίοδο 2015-2017. Τα υπόλοιπα επιχειρήματα του Κρεμλίνου περί αποναζιστικοποίησης της Ουκρανίας και προστασίας των ρωσοφώνων εκεί, κρίνονται τουλάχιστον αναπόδεικτα. Τα αίτια του πολέμου πρέπει να αναζητηθούν στον ρωσικό μεγαλοϊδεατισμό και στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του καθεστώτος Πούτιν. Πολλές δηλώσεις Ρώσων αξιωματούχων συνηγορούν προς αυτό το συμπέρασμα.
Σε κάθε περίπτωση η ελληνική πλευρά τάχθηκε εξαρχής υπέρ της Ουκρανίας για προφανείς λόγους. Η βίαιη αλλαγή συνόρων αντίκειται στο διεθνές δίκαιο και θέτει υπό αμφισβήτηση την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη. Λόγω του τουρκικού αναθεωρητισμού στο Αιγαίο και στην Κύπρο, η Αθήνα δεν θα μπορούσε ποτέ να αδιαφορήσει για τη ρωσική εισβολή. Η καταστροφή της Μαριούπολης και πολλών ελληνόφωνων χωριών της Αζοφικής επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το κλίμα στις ελληνορωσικές σχέσεις.
Από εκεί και πέρα, το μεγάλο ερώτημα είναι αν πραγματικά έπρεπε η Αθήνα να αποστείλει οπλισμό στην πολύπαθη χώρα. Σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, η ελληνική πλευρά έχει προμηθεύσει τον ουκρανικό στρατό με πυρομαχικά, αντιαρματικές ρουκέτες, τεθωρακισμένα οχήματα και φορητούς αντιαεροπορικούς πυραύλους. Η τολμηρή αυτή απόφαση πρέπει να αναλυθεί σε τρία διαφορετικά επίπεδα.
Πρώτον, η εισβολή προκάλεσε ένα ισχυρό ψυχολογικό σοκ στις περισσότερες δυτικές πρωτεύουσες. Συνολικά είκοσι πέντε ευρωπαϊκά κράτη, μεταξύ των οποίων το μικρό Λουξεμβούργο, αποφάσισαν να συνδράμουν αμυντικά την Ουκρανία. Ωστόσο, για διαφορετικούς λόγους, η Αυστρία, η Ιρλανδία, η Μάλτα και η Κύπρος δεν προέβησαν σε μια αντίστοιχη κίνηση. Η Ελλάδα δηλαδή επέλεξε μόνη της να προσφέρει στην Ουκρανία στρατιωτικό υλικό, αν και θα μπορούσε να το αποφύγει. Μια εναλλακτική επιλογή θα ήταν η αποστολή μη φονικού εξοπλισμού, όπως έκανε το Ισραήλ. Με αυτόν τον τρόπο η Αθήνα ίσως διατηρούσε σήμερα ένα κανάλι επικοινωνίας με τη Μόσχα.
Εάν η Αθήνα επέλεγε να προσφέρει στην Ουκρανία μη φονικό στρατιωτικό εξοπλισμό, όπως έκανε το Ισραήλ, ίσως διατηρούσε σήμερα ένα κανάλι επικοινωνίας με τη Μόσχα.
Δεύτερον, η ελληνική στάση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς αναφορά στις σχέσεις της Αθήνας με την Ουάσιγκτον. Η συμπόρευση με την Ουκρανία αναμφισβήτητα αναβάθμισε τον ρόλο της Ελλάδας στους αμερικανικούς σχεδιασμούς, όπως φάνηκε από τη δημιουργία στρατιωτικής βάσης στην Αλεξανδρούπολη και την πρόσφατη συμφωνία για μεταφορά αμερικανικού αερίου μέσω ελληνικού εδάφους. Ταυτόχρονα, όμως, οι ελληνορωσικές σχέσεις έχουν φτάσει στο χαμηλότερο επίπεδο μετά το 1991. Η Αθήνα δεν έχει την πολυτέλεια να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης με μια μεγάλη δύναμη – μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Υπό αυτή την έννοια, δηλώσεις του τύπου «βρισκόμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία» από σημαίνοντα μέλη του πολιτικού προσωπικού ακούγονται μάλλον κοντόφθαλμες.
Τρίτον, η απόφαση για αποστολή οπλισμού ελήφθη προσωπικά από τον πρωθυπουργό και στη συνέχεια επικυρώθηκε βιαστικά από το ΚΥΣΕΑ. Δεν υπήρχε καμία διαβούλευση με τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς ούτε προηγήθηκε μια εκτεταμένη συζήτηση στη Βουλή των Ελλήνων. Ιστορικά, η Αθήνα πάντα απέφευγε την απευθείας ανάμειξη σε πολέμους και ένοπλες συρράξεις. Η συγκεκριμένη ενέργεια του πρωθυπουργού «έσπασε» αυτή την παράδοση, χωρίς να υπάρχει διακομματική συναίνεση. Με άλλα λόγια, μια πολύ σημαντική απόφαση για την ελληνική εξωτερική πολιτική ελήφθη με βάση προσωπικές και όχι συλλογικές αξιολογήσεις και κρίσεις. Εκτοτε, η συχνή επίκληση της ρωσικής απειλής για εσωτερικά ζητήματα (π.χ. κινητοποιήσεις για τα Τέμπη) προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση στην κοινή γνώμη.
Η ελληνική πλευρά έχει κάθε λόγο να υποστηρίζει την Ουκρανία, αλλά θα πρέπει πλέον να σκεφτόμαστε και την επόμενη μέρα στις ελληνορωσικές σχέσεις. Οι Βρυξέλλες και οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις προετοιμάζονται για μια σκληρή αντιπαράθεση με τη Μόσχα, χωρίς να συζητιέται καν η προοπτική εξομάλυνσης. Τώρα θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν μια τέτοια εξέλιξη τελικά εξυπηρετεί το εθνικό μας συμφέρον.
*Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

