Σύγχυση επικρατεί μεταξύ πολλών ξένων, διπλωματών και όχι μόνον, που παρακολουθούν και επιχειρούν να ερμηνεύσουν τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Η αντικειμενική αποτίμηση –τα κόμματα προβάλλουν επιλεκτικά συγκεκριμένα στοιχεία ή πτυχές δημοσκοπήσεων που τους εξυπηρετούν– οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι θα είναι πολύ δύσκολο να προκύψει κυβέρνηση στις επόμενες εθνικές εκλογές, πόσο μάλλον μονοκομματική. Αυτή, σύμφωνα με τις πρόσφατες μετρήσεις κοινής γνώμης, είναι και η άποψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων.
Παράλληλα, μια σαφής πλειοψηφία από όλο το πολιτικό φάσμα δηλώνει ότι δεν ανησυχεί για τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας –κάτι που πρέπει να ληφθεί υπόψη στους επικοινωνιακούς σχεδιασμούς των κομμάτων– ενώ θεωρεί σχεδόν αναπόφευκτη τη διεξαγωγή και δεύτερων εκλογών.
Στο διάστημα μέχρι την πρώτη αναμέτρηση θα κυριαρχήσει η πόλωση με στόχο τη συσπείρωση, τη μεγιστοποίηση των ποσοστών και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης. Στη συνέχεια θα έρθει πιεστικά στο προσκήνιο η προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού, με την Κεντροδεξιά και την Κεντροαριστερά να αντιμετωπίζουν τα δικά τους διλήμματα.
Την προοπτική συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ δυσχεραίνει το γεγονός ότι, ως θύμα του σκανδάλου των υποκλοπών, ο Νίκος Ανδρουλάκης θα δυσκολευθεί να αποδεχθεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως πρωθυπουργό.
Η κοινή γνώμη φέρεται να προτιμά έναν κεντροαριστερό συνασπισμό –εδώ, η καθοριστική για τη συνέχεια παράμετρος θα είναι ποιος θα αναδειχθεί δεύτερος, το ΠΑΣΟΚ ή το εκκολαπτόμενο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα– από έναν συνασπισμό της Νέας Δημοκρατίας είτε με το ΠΑΣΟΚ είτε με κόμματα στα δεξιά της.
Παρά το γεγονός ότι δεν είχαμε κουλτούρα κυβερνήσεων συνασπισμού, το 2011 και το 2012 Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ σχημάτισαν συνασπισμούς, πρώτα με τον Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό και στη συνέχεια με τη Δημοκρατική Αριστερά. Επρόκειτο για έκτακτες περιστάσεις, με τη χώρα στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα. Από άποψη, δε, εκλογικής επιρροής και τα δύο αυτά πειράματα διακυβέρνησης αποδείχθηκαν καταστροφικά για τους μικρότερους εταίρους. Το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε στο 4%, ενώ ΛΑΟΣ και ΔΗΜΑΡ εξαφανίσθηκαν εντελώς από την πολιτική σκηνή.
Παρά τη δυσαρέσκεια που εισπράττει σήμερα το κυβερνών κόμμα, αποτέλεσμα μιας αίσθησης περί διαφθοράς και διάβρωσης του διαθέσιμου εισοδήματος, δεν διαφαίνεται προς το παρόν κάποια εναλλακτική λύση.
Η εξίσωση περιπλέκεται περισσότερο από το γεγονός ότι τον Ιούλιο του 2027 η Ελλάδα θα αναλάβει την εκ περιτροπής προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου – γι’ αυτό, άλλωστε, οι εκλογές αναμένεται να διεξαχθούν νωρίτερα, είτε την άνοιξη του ίδιου έτους είτε ακόμη και στα τέλη του 2026.
Καθώς πρεσβείες, επενδυτές και άλλοι προσπαθούν να προβλέψουν την πορεία των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα, ένα χρόνο πριν από τις εκλογές δεν υπάρχει σαφής πυξίδα για την «επόμενη ημέρα».

