«…Και τότε, είδα την “Αλίκη στις πόλεις” του Βιμ Βέντερς. Hταν μία από τις ταινίες που άλλαξαν την αντίληψή μου για το σινεμά. Η υπαρξιακή κρίση του κεντρικού ήρωα αντικατόπτριζε τη δυσφορία των καιρών μας. Μας προσκαλούσε να παρασυρθούμε μαζί του σε ανεξερεύνητες περιοχές. Μας μετέφερε σε μια γη αβεβαιότητας. Σπάνια έχει υπάρξει ένα σινεμά τόσο ωμό και τόσο λυρικό».
Διαβάζοντας το κείμενο του σκηνοθέτη Βάλτερ Σάλες –πρόλογος στην έκδοση για τον Βέντερς του 2006, με αφορμή το μεγάλο αφιέρωμα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης εκείνης της χρονιάς στο έργο του– σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να ισχυριστώ το ίδιο ακριβώς χωρίς να είμαι σίγουρη για την ταινία. Iσως ήταν κάποια από τις επόμενες, όπως «Στο πέρασμα του χρόνου» ή «Η κατάσταση των πραγμάτων» ή το «Παρίσι – Τέξας» ή «Τα φτερά του έρωτα» ή, με ένα μεγάλο άλμα στον χρόνο, να προσγειωνόμουν από το 1987 στο 2023 και στις «Υπέροχες μέρες».
Πότε έχουμε περισσότερο χρόνο; Oταν τον αφήνουμε να ξεδιπλωθεί αβίαστα ή όταν τον συμπιέζουμε για να χωρέσει τα πάντα σε μικρότερο όγκο, αποβάλλοντας τον «περιττό» αέρα; Ζούμε όμως στεγανοποιημένοι;
Ο Βιμ Βέντερς, που στέκει μπροστά μας στη σκηνή της Στέγης για το masterclass (πριν από μία εβδομάδα), είναι πλέον 80 χρόνων, αλλά τίποτα στην εμφάνισή του δεν προδίδει την ηλικία του. Ευθυτενής, στυλάτος (φορώντας σαλβάρι και φαρδιά ζακέτα) με λευκά μαλλιά και τον ίδιο μαύρο, «δικό του», σκελετό γυαλιών, αναλύει ταινίες του. Μοιάζει κουρασμένος, αλλά είναι ο Βέντερς. Μεγαλώσαμε κι εμείς μαζί του. Περιπλανηθήκαμε από την αμερικανική ενδοχώρα, στο Λος Αντζελες έως το Βερολίνο και το Τόκιο, ακούγοντας Τσακ Μπέρι, Λου Ριντ και Velvet Underground, Ράι Κούντερ, Νικ Κέιβ. Ο χρόνος του, κινηματογραφικός και της ζωής του, μας διαπέρασε· μας συνεπήρε ή μας έκανε να βαρεθούμε, να αποκοιμηθούμε ή να στριφογυρίσουμε ανυπόμονα στις θέσεις μας. Μείναμε όμως εκεί. Ούτε μας πέρασε από το μυαλό να σηκωθούμε να φύγουμε. Γιατί ο Βέντερς έκανε και τον αργό χρόνο να είναι μέρος του κινηματογραφικού ταξιδιού. «Αν κοιτάξω τις πρώτες μου ταινίες, τις βρίσκω υπερβολικά αργές. Σήμερα, για να πω την αλήθεια, θα τις μόνταρα διαφορετικά· όμως στην πραγματικότητα δεν μπορείς να τις αλλάξεις, γιατί θα ήταν σαν να τις παραποιείς. Είναι προϊόντα της εποχής τους. Ο χρόνος που απαιτούσαν αυτές οι ταινίες ήταν ο ίδιος χρόνος που διέθεταν οι άνθρωποι τότε», είπε ο ίδιος στη συνέντευξή του στην «Κ» (στην Ελένη Σαμπάνη, 18/11).
«Είναι πράγματι έτσι;» αναρωτήθηκα. Διαθέταμε «τότε» περισσότερο χρόνο και σήμερα γίνονται όλα προσάναμμα στην ταχύτητα και στη συνεπακόλουθη διάσπαση προσοχής; Ο Βέντερς ισχυρίζεται ότι μας αρέσει ο τρόπος που ζει ο κ. Χιρογιάμα, το κεντρικό πρόσωπο στις «Υπέροχες μέρες» (με τον πολύ λιτοδίαιτο βίο, προσωπικό χρόνο απολύτως ελεγχόμενο και σταθερή απασχόληση να καθαρίζει δημόσιες τουαλέτες στο Τόκιο), επειδή στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να τον ακολουθήσουμε. «Δεν έχει Ιντερνετ, ούτε τηλεόραση και είναι ευτυχισμένος με τα λίγα πράγματα που διαθέτει – τις παλιές του κασέτες, τη μουσική, τα βιβλία του. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας είναι ότι ποτέ δεν θεωρούμε ότι έχουμε αρκετά, πάντα θέλουμε περισσότερα. Ιδίως η νεότερη γενιά μεγαλώνει μέσα σε μια κουλτούρα που της λέει συνεχώς “πρέπει να θέλεις κι άλλο”».
Πότε έχουμε περισσότερο χρόνο; Oταν τον αφήνουμε να ξεδιπλωθεί αβίαστα ή όταν τον συμπιέζουμε για να χωρέσει τα πάντα σε μικρότερο όγκο, αποβάλλοντας τον «περιττό» αέρα; Ζούμε όμως στεγανοποιημένοι; Ο Βέντερς μας έμαθε ότι το ατελές και το ελαττωματικό είναι απαραίτητα για να υπάρξει κινηματογραφική τέχνη. Ενδεχομένως και ζωή.

