Η τελευταία πράξη ενός μεγάλου καλλιτέχνη είναι ο θάνατός του: μας καλεί να αποτιμήσουμε στοχαστικά πώς το έργο του εισήλθε στη ζωή μας.
Σε διαδικτυακό σχόλιό της, η φιλόσοφος Βάσω Κιντή εύστοχα έγραψε (24/10/25) ότι θα καταλάβουμε καλύτερα το έργο του αείμνηστου Διονύση Σαββόπουλου μέσα από την οπτική γωνία του Βρετανού φιλοσόφου Ρ. Τζ. Κόλινγκγουντ για την τέχνη και παρέθεσε συναφώς ένα απόσπασμα από την καταληκτική παράγραφο του βιβλίου του Κόλινγκγουντ «Οι Αρχές της Τέχνης» (1938).
Γράφει ο Κόλινγκγουντ, σχολιάζοντας εγκωμιαστικά το περίφημο ποίημα του Τ.Σ. Ελιοτ «Ερημη Χώρα»: «Ο καλλιτέχνης πρέπει να προφητεύει όχι με την έννοια ότι προλέγει όσα πρόκειται να συμβούν, αλλά με την έννοια ότι λέει στο κοινό του, με κίνδυνο να το δυσαρεστήσει, τα μυστικά της καρδιάς τους. Η δουλειά του ως καλλιτέχνη είναι να μιλάει άφοβα, να ανοίγει την καρδιά του. Αλλά αυτό που πρέπει να λέει δεν είναι […] τα δικά του μυστικά. Ως εκφραστής της δικής του κοινότητας, τα μυστικά που πρέπει να αποκαλύπτει είναι τα δικά τους. Ο λόγος που τον χρειάζονται είναι ότι καμία κοινότητα δεν γνωρίζει πλήρως τα μύχια δικά της μυστικά. […] Η τέχνη είναι το γιατρικό της κοινότητας για τις χειρότερες ασθένειες του νου, τη διαφθορά της συνείδησης».
Το απόσπασμα αυτό μας επιτρέπει να καταλάβουμε τον καλλιτέχνη Σαββόπουλο, αφού προηγουμένως κατανοήσουμε τι θέλει να μας πει ο Κόλινγκγουντ. Μέσα από την τέχνη του, ο καλλιτέχνης πασχίζει να εκφράσει τα συναισθήματά του, γράφει ο Βρετανός φιλόσοφος. Δεν το κάνει τόσο χάριν των άλλων, όσο για τον εαυτό του. Στο μέτρο, όμως, που οι αποδέκτες του νιώσουν ότι το καλλιτέχνημα εκφράζει και τα δικά τους συναισθήματα, ο καλλιτέχνης συντονίζεται μαζί τους. Ο Καβάφης λέει αυτά που νιώθω, η λεπτότητα της μουσικής του Χατζιδάκι με εξευγενίζει, ο Σαίξπηρ περιγράφει δράματα που με αγγίζουν.
Στην πρώιμη μορφή τους, τα συναισθήματα είναι προ-συνειδητά «ψυχικά αισθήματα», τα οποία, όταν εκφράζονται καλλιτεχνικά, μορφοποιούνται και, συνεπώς, εισέρχονται στη σφαίρα της συνείδησης. Η αληθινή συνείδηση αναγνωρίζει τι νιώθει. Αντιθέτως, η ψευδής συνείδηση αποποιείται αυτό που νιώθει. Οταν, λ.χ., πιάνω τον εαυτό μου να έχει αίσθημα ανωτερότητας απέναντι σε έγχρωμους μετανάστες ή σε ταξικά υποδεέστερους συμπολίτες, αρνούμαι να το αποδεχθώ – το απωθώ. Η συνείδηση διαφθείρεται όταν ψεύδεται στον εαυτό της – όταν δεν αναγνωρίζει τα αισθήματά της. Υπερβαίνουμε το επίπεδο της αισθητηριακής εμπειρίας όταν αποκτούμε πλήρη επίγνωση των συναισθημάτων μας. Οι καλλιτέχνες μάς βοηθούν καθοριστικά σε αυτή τη διαδικασία. Δεν γνωρίζουμε, ατομικά και συλλογικά, πλήρως τον εαυτό μας. Εκλαμβάνουμε συχνά την πραγματικότητα ως αυτονόητα ή φυσιολογικά δεδομένη. Ρέπουμε στην απώθηση και στην αυταπάτη. Η τέχνη αντιμάχεται τη «διαφθορά της συνείδησης» – απο-καλύπτει, ξεβολεύει, ενοχλεί.
Εντόπιζε ψυχικά, κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα, τα οποία εξέφρασε με την τέχνη του. Το πόσο μάς εξέφρασε η ποίηση των τραγουδιών του φαίνεται στα σπαράγματα στίχων του που αυθόρμητα χρησιμοποιούμε καθημερινά – ο δείκτης της ύψιστης επιδραστικότητας.
Ο Σαββόπουλος ήταν ο κατεξοχήν καλλιτέχνης με την έννοια του Κόλινγκγουντ. Ανήσυχος και ελευθερόφρων, συζευκτικά εκλεκτικός στις καλλιτεχνικές προτιμήσεις του, διαμόρφωσε την υπόστασή του εκφραζόμενος με ανορθόδοξη δημιουργικότητα. Μεταποιώντας τα προσωπικά του αισθήματα για όψεις της νεοελληνικής εμπειρίας σε κοινώς βιούμενα συναισθήματα, κοινοποιούσε τα ανεπίγνωστα μυστικά μας. Ο έρωτας που ανθεί και μαραίνεται, το ψέμα που βολεύει και η αλήθεια που ενοχλεί, η επιθυμία για εκστατική χειραφέτηση και η έκπτωσή της στην τετριμμένη καθημερινότητα, η αυθεντικότητα και η προσποίησή της, ο χρόνος που περνάει και η βίωσή του, η συλλογική αυτολύπηση και η εθνική ιδιοπροσωπία, η Ελλάδα της ζεστής οικειότητας και της αχαλίνωτης απάτης, η ευρωπαϊκή νεωτερικότητα και η Ορθόδοξη παράδοση, η «άλλη» και η κατεστημένη Αριστερά απαρτίζουν, χωρίς να εξαντλούν, τον στιχουργικό καμβά του σαββοπουλικού έργου. Το πόσο μάς εξέφρασε η ποίηση των τραγουδιών του φαίνεται στα σπαράγματα στίχων του που αυθόρμητα χρησιμοποιούμε καθημερινά – ο δείκτης της ύψιστης επιδραστικότητας.
Στην καλή τέχνη, η καλλιτεχνική συνείδηση εκφράζει άφοβα τα συναισθήματά της, διακινδυνεύοντας να γίνει δυσάρεστη. Οι ευαίσθητες κεραίες του Σαββόπουλου εντόπιζαν ψυχικά, κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα, ενίοτε σε πρωτόλεια μορφή, τα οποία εξέφρασε με την τέχνη του. Η χλεύη του συντηρητικού στόμφου, ο σαρκασμός της προοδευτικής υποκρισίας και η κριτική κατεστημένων αντιλήψεων διαπερνούν το έργο του.
Ο Σαββόπουλος ήταν ειρωνικός, καυστικός και ανορθόδοξος απέναντι σε κυρίαρχα σχήματα αυτοκατανόησης που κοιμίζουν τη συνείδηση. Σχίζει το πέπλο της υψηλόφρονος ρητορικής για να αναδείξει την, εν πολλοίς, ευτέλεια του πυρήνα της. Οταν αντιπαραβάλλεις τα πατριδολάγνα λογύδρια των πολιτικών με τη βιωμένη πραγματικότητα των σκανδάλων διαφθοράς, της διάχυτης ανομίας και του ανυπόληπτου κράτους, δεν θα αγανακτήσεις με τους «κωλοέλληνες», το «πνεύμα αλήτικο Ελλαδίτικο» και τη «χάρτα αυτού του κράτους [που] κρύβει απάτη»; Οταν βλέπεις τον εξ επαγγέλματος προοδευτικό, με τον ανυπόφορα ξύλινο λόγο και την εξασφαλισμένη ζωή, να «μιλά στο πόπολο σαν το ναυαγοσώστη», δεν θα σκεφτείς ότι «παίρνεις την αλήθεια μου και μου την κάνεις λιώμα, απ’ το πόδι με τραβάς βαθιά μέσα στο χώμα»; Εκφράζοντας καλλιτεχνικά αυτά που νιώθαμε αλλά δύσκολα ομολογούσαμε, ο Σαββόπουλος διαύγασε τη συνείδησή μας, και γι’ αυτό του είμαστε ευγνώμονες.
Θα συνεχίσω στο επόμενο.
*Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

