Σαν να ζούμε μεταδικτατορικά, σε μια καθησυχαστική παραλληλία μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, όσον αφορά τη διαρκή επικαιροποίηση στο σήμερα τού ό,τι συνέβη «τότε». Σαν αυτός ο καθησυχασμός να συνδέεται και με την πορεία στην αμερικανική πρεσβεία κατά την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.
Το «εικονοκλαστικό» σύντομο κείμενο που ακολουθεί προφανώς δεν αμφισβητεί την ανάγκη για την απόδοση της απαιτούμενης υψίστης τιμής, από την πολιτεία και την κοινωνία, στην επέτειο της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο. Εξάλλου, ούτε αντιστασιακά κίνητρα της εξέγερσης λοιδορήθηκαν ποτέ από τους «ξένους» ούτε ποτέ η ύπαρξη νεκρών κατά την εξέγερση αμφισβητήθηκε από αυτούς. Αυτά ήταν και είναι έργα δικών μας μυαλών και γραφίδων, νοσταλγών της χούντας ή επαινετών της πολιτικής αδιαφορίας.
Σταθερή η εσωτερική σύγκρουση μεταξύ μας: αυτόχθονες και ετερόχθονες του ελληνικού μετεπαναστατικού κράτους, βασιλικοί και βενιζελικοί των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, ντόπιοι και πρόσφυγες του Μεσοπολέμου, αστοί και αριστεροί της μετεμφυλιακής Ελλάδας, αγνοούμε ιστορικά την ύπαρξη δικών μας αντικρουόμενων συμφερόντων. Χαίνουσες πληγές, ανασχετικές κάθε κοινής προσπάθειας, πρόξενοι εμφυλίων διαλύσεων, δήμιοι κάθε σύνθεσης, διατηρούσαν σταθερά μια πολεμική ροπή στο εσωτερικό της κοινωνίας μας.
Κυρίαρχο στοιχείο της κάθε αποτυχίας της μιας παράταξης ήταν οι «κακοί» ξένοι.
Αδύνατο στην αρχαιότητα να τους κακίσουμε εκ των υστέρων, αφού όλη η σύγκρουση λειτουργούσε μεταξύ των τότε Ελλήνων, κρατήσαμε το πάθος μας κατά των «ξένων», για τα νεότερα χρόνια. Εναντίον των Λατίνων-καθολικών για την άλωση της Βασιλεύουσας το 1453, αλλά και για την υποτιθέμενη παρεμπόδιση της Δύσης στην προσέγγισή μας με το ξανθό και ομόδοξο ρωσικό γένος που θα μας έσωζε κατά τη μακραίωνη τουρκοκρατία.
Οιονεί εύκολα τελετουργικά μάς αποκλείουν, ελαφρά τη καρδία, από τις δικές μας ευθύνες για τα του οίκου μας, αδιαφορώντας για την εδραίωση νοοτροπιών που αποσιωπάμε.
Στο ιδρυθέν (ευτυχώς) ελληνικό κράτος η κακία των «ξένων» συνόδευε κάθε διχασμό, όπου αναδεικνυόταν ο κακός ρόλος των «ξένων», με τους οποίους όμως συνδέονταν οι Ελληνες εσωτερικοί αντίπαλοι. Μονίμως όμως αποσιωπούσαμε τη γοητεία και την πίστη και την προσήλωση που μας εξασκούσαν οι «οικείοι» ξένοι. Σε κάθε περίπτωση, αναζητούσαμε και αναζητούμε προδοτικές διασυνδέσεις και πρακτορικές ενέργειες στην εκτίμηση που απέδιδε η αντίπαλη σε εμάς «Ελλάδα» στον εκάστοτε ξένο παράγοντα που διασταυρωνόταν με το πολιτικό μας γίγνεσθαι.
Σε όλη αυτή τη διαδρομή των τελευταίων αιώνων, αποσιωπώνται, σταθερά, σωτήρια γεγονότα υπέρ (όλων) ημών, όπως ενδεικτικά: η αποκλειστική εμπλοκή, μόνον των κακών «ξένων» και όχι Ελλήνων, στο αφετηριακό γεγονός της ίδρυσης του ελληνικού κράτους, της ναυμαχίας του Ναυαρίνου το 1827, και της απελευθέρωσής μας κατά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από τους συμμάχους. Εκεί, αναλόγως των προτιμήσεων, αποσιωπάται είτε η δυτική συμβολή είτε η σοβιετική. Αντιστοίχως αποσιωπάται ο ρόλος της Δύσης στη διάσωση και ανανέωση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας κατά την Αναγέννηση και μετά, λες και η Δύση ήταν υποχρεωμένη να μας διασώσει. Να διασώσει την κουλτούρα που γεννούσαν οι κλασικοί, διότι μας το όφειλε, ως περιούσιος λαός που πιστεύουμε ότι είμαστε.
Στα χρόνια της χούντας, η εμπλοκή του ξένου παράγοντα ως γεγονός που δημιούργησε την 21η Απριλίου 1967 έχει σαφώς διερευνηθεί, μεταξύ και πολλών άλλων, και από την έρευνα του Αλέξη Παπαχελά μέσω ξένων αρχείων (βιβλία και ντοκιμαντέρ) και ενδεικτικά στο βιβλίο του Λώρενς Στερν «Λάθος άλογο…». Τα συμπεράσματα σχετικά με την εμπλοκή των ΗΠΑ στην εγκαθίδρυση της χούντας είναι πολύ φτωχά σε σχέση με την ανοχή και τη συνεργασία τους με το δικτατορικό καθεστώς, όπως και η οικονομική συνεργασία της τότε Σοβιετικής Ενωσης με τη χούντα. Αντιθέτως, η εμπλοκή υψηλών κλιμακίων των ΗΠΑ στην τραγωδία της Κύπρου είναι σαφέστερη.
Το σημείωμα αυτό δεν ασκεί κριτική στη διενέργεια της πορείας προς την πρεσβεία των ΗΠΑ στην επέτειο του Πολυτεχνείου, ως παράταση ενός τελετουργικού που αποτέλεσε μέρος της μεταπολιτευτικής έντασης. Ασκεί κριτική σε οιονεί εύκολα τελετουργικά που μας αποκλείουν, ελαφρά τη καρδία, από τις δικές μας ευθύνες για τα του οίκου μας, αποσείοντας τις ευθύνες μας και αδιαφορώντας για την εδραίωση νοοτροπιών που αποσιωπάμε, ενοχοποιώντας τους «κακούς» ξένους. Μήπως τελικά αποζητούμε σε αυτό, τον ενοποιητικό εξορκισμό των ευθυνών που οφείλουμε να αναζητήσουμε, προσπερνώντας την εύκολη εμφύλια αλληλοκατηγορία; Η Ιστορία, αν δεν διδάσκει, δεν ωφελείται πάντως από την τελετουργία.
*Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

