Ακόμη κι αν είναι περισσότερο κινηματογραφικό παρά πραγματικό το ενδεχόμενο μια οικογένεια να μετακομίσει από τον Κορυδαλλό στη Βούλα, το εγχείρημα αξίζει την προσοχή μας. Υπάρχει κοινωνική κινητικότητα στην Ελλάδα σήμερα, που να επιτρέπει σε μια λούμπεν μικροαστική οικογένεια να δρασκελίσει την απόσταση από ένα διαμέρισμα «σπιρτόκουτο» των δυτικών προαστίων σε ένα πολυτελών προδιαγραφών στα νότια, με θέα στη θάλασσα;
Oταν πριν από 22 χρόνια ο Γιάννης Οικονομίδης παρουσίασε αυτήν την «κανονική» οικογένεια (πατέρας, ιδιοκτήτης καφετέριας, μητέρα, δύο μεγάλα παιδιά, κουνιάδος, εξαδέλφη), που ζει σε διαμέρισμα στον Κορυδαλλό και αντιμετωπίζει την καθημερινότητα στη διαπασών, ήταν ρηξικέλευθο. Μας έπιασε σε έναν συνειδητό ημιλήθαργο. Ξέραμε ότι είναι έτσι τα πράγματα, απλώς δεν τα είχαμε «ακούσει» τόσο καθαρά, και στη διαπασών. O λεκτικός κανιβαλισμός δεν ήταν παρά η απεικόνιση του κατακερματισμένου διαλόγου, συνεπεία της κατακερματισμένης ζωής τους. Δεν συζητούσαν οι ήρωες της ταινίας· επετίθεντο σαρκοφαγικά ο ένας στον άλλον.
Τα πρόσωπα της νέας του ταινίας «Σπασμένη φλέβα» (που θα αρχίσει να προβάλλεται την ερχόμενη εβδομάδα) μένουν στη Βούλα σε μια συνθήκη που δεν τους αναλογεί. Καταχρεωμένος ο κεντρικός ήρωας (κυριαρχεί ο Βασίλης Μπισμπίκης) προσπαθεί να εξοφλήσει τον τοκογλύφο που του δάνεισε χρήματα υποθηκεύοντας το σπίτι του, αλλιώς θα το χάσει. «327 χιλιάρικα, Αλεξόπουλε. Δευτέρα. Πρωί πρωί», τον απειλεί ο μαφιόζος. Στην ταινία παρακολουθούμε την απελπισμένη οδύσσεια λίγων 24ώρων του Θωμά Αλεξόπουλου, όπως ονομάζεται, να συγκεντρώσει το ακριβές ποσό. Ο χρόνος που έχει στη διάθεσή του είναι λίγος, η πίεση ασφυκτική, όλα είναι εναντίον του, δύσκολοι καιροί… Το τι συμβαίνει είναι προϊόν μυθοπλασίας, αλλά όχι επινοημένης.
Θα μπορούσε να είναι η οικογένεια του «Σπιρτόκουτου», που μετεγκαθίσταται, 22 χρόνια μετά, οικονομικά αναβαθμισμένη αλλά ψυχικά το ίδιο περιθωριοποιημένη, στη Βούλα; Θα μπορούσε. Κυρίως γιατί μέσα στις δύο αυτές δεκαετίες χαρτογραφείται και η πορεία του «ελληνάρα» από τα κατώγεια στα ανώγεια, τα οποία όμως, επί της ουσίας, ουδέποτε κατακτά. Δεν ανήκει εκεί, αναρριχάται με αρπαχτές. Είναι δάνειο το οικοδόμημα, κάποια στιγμή θα καταρρεύσει.
Ο πρωταγωνιστής, αυτή τη φορά, «είναι από τη μεσαία-υψηλή τάξη, ένας άλλος κόσμος», όπως λέει ο Γ. Οικονομίδης. «Ενας κόσμος που δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα στη ζωή του, μέσα στην πολυτέλεια, στην απόλαυση και στο χρήμα, συνθήκη που προσπαθεί με κάποιο τρόπο να διατηρήσει και ο ήρωας».
Οι περιθωριοποιημένοι μικροαστοί, με τα βαμβακερά αμάνικα φανελάκια, μπορούν να μεταπηδήσουν στην κεντρική σκηνή, να γίνουν «κυριλέ», να αποκτήσουν ακριβό αυτοκίνητο και μοδάτο σπίτι;
Τα νότια προάστια μοιάζουν πιο ανέμελα, αλλά πίσω από το «γκλίτερ» της επιφάνειας, το περιεχόμενο της επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους δεν αλλάζει. Ανελέητο βρισίδι, προσβολές, η ανθρώπινη επαφή στα χειρότερά της.
Τι άλλαξε στην Ελλάδα από το 2003 στο 2025; Ο Γιάννης Οικονομίδης χαρτογραφεί την κοινωνία κινηματογραφικά. Μεσολάβησαν, όμως, πολλά, θρίαμβοι (όπως οι Ολυμπιακοί) και καταστροφές (η χρεοκοπία της χώρας). Πόσο και πώς μας επηρέασαν; Ο Δημήτρης (χωρίς επώνυμο) του Κορυδαλλού μεταμορφώθηκε σε Θωμά (με επώνυμο) κάτοικο Βούλας;
Οι περιθωριοποιημένοι μικροαστοί, με τα βαμβακερά αμάνικα φανελάκια, μπορούν να μεταπηδήσουν στην κεντρική σκηνή, να γίνουν «κυριλέ», να αποκτήσουν ακριβό αυτοκίνητο και μοδάτο σπίτι; Μπορούν. Με «αέρα», με ανύπαρκτα «βοσκοτόπια», μέσα σε ένα σύστημα που τους επιτρέπει να λαθροβιούν, επιδοτεί τη διαπλοκή, έως τη στιγμή που ο χάρτινος πύργος διαλύεται. Και τότε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση.
Η ζωή μέσα στους τέσσερις τοίχους, είτε στον Κορυδαλλό είτε στη Βούλα, παραμένει εμπόλεμη. Οι σχέσεις των ανθρώπων κακοποιητικές, χωρίς να αγγίζονται. Αρκούν οι λέξεις, τα βλέμματα, οι διαρκείς αναφλέξεις, η βία που κυκλοφορεί παντού και στο τέλος της ημέρας φωλιάζει στα σπίτια, όχι για να αναδιπλωθεί, αλλά για να ανατροφοδοτηθεί.
Η Ελλάδα αλλάζει, εξωτερικά. Οι γειτονιές, τα προάστια, ανακαινίζονται στην όψη, αποκτούν διαρκώς νέους γαστρονομικούς «προορισμούς», διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, καφετέριες, ζωή αλλιώτικη, ρυθμούς πιο απαιτητικούς.
Τι γίνεται όμως πίσω από τις κλειστές πόρτες; Η γεωγραφία προσδιορίζει και τις σχέσεις μέσα στα σπίτια; Και πάλι: σπιρτόκουτα υπάρχουν παντού, και στις μεζονέτες.

