Απαντήστε μου σε κάτι: υπάρχουν κάποιες ή κάποιοι στην Ελλάδα που να είναι απολύτως χαρούμενοι και ικανοποιημένοι με το πώς πάνε τα πράγματα στη δουλειά και στον κλάδο τους; Θα σας εξηγήσω γιατί ρωτάω. Την περασμένη εβδομάδα η «Καθημερινή» διοργάνωσε το διήμερο συνέδριο «Reimagine Tourism», με θέμα την ανάπτυξη του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Είναι η τρίτη χρονιά που διεξάγεται και η τρίτη που το παρακολουθώ και, σε αυτό το διάστημα, ύστερα από αλλεπάλληλες χρονιές με ρεκόρ και θριάμβους, ο κλάδος του τουρισμού μοιάζει να έχει φτάσει σε ένα επίπεδο αξιοπρόσεκτης ωριμότητας. Εμαθα πολλά παρακολουθώντας τις ομιλίες και τις τοποθετήσεις, από τα κενά στο θέμα της κατάρτισης και της εκπαίδευσης των εργαζομένων μέχρι τις προκλήσεις της βιωσιμότητας των προορισμών, και από τα δεδομένα της αγοράς του yachting μέχρι τις πιέσεις στις υποδομές και τις τοπικές κοινωνίες. Υπήρχε, όμως, ένα χαρακτηριστικό αδύνατο να αγνοηθεί. Το συνειδητοποίησα οδηγώντας, επιστρέφοντας, καθώς επεξεργαζόμουν τις πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει ύστερα από σχεδόν 16 ώρες ομιλιών: σε ένα συνέδριο ενός κλάδου ζηλευτού, που ακμάζει, η γκρίνια ήταν πανταχού παρούσα. Τα λιμάνια γκρινιάζουν, αυτοί που διαχειρίζονται τα πολυτελή σκάφη γκρινιάζουν, ξενοδόχοι γκρινιάζουν, εστιάτορες γκρινιάζουν, οι παραγωγοί γκρινιάζουν, οι ντόπιοι γκρινιάζουν. Στην Ελλάδα της στεγαστικής κρίσης φτάσαμε να έχουμε 250.000 Airbnb με ένα εκατομμύριο κρεβάτια, περισσότερα από ό,τι όλα τα ξενοδοχεία της χώρας μαζί. Και αυτοί, οι ιδιοκτήτες των Airbnb, γκρινιάζουν. Εχουν παράπονα από το κράτος.
Γιατί γκρινιάζουν όλοι αυτοί; Ασφαλώς επειδή, εν μέρει, έχουν δίκιο. Οταν ο άλλος σου λέει ότι ο αμπελώνας της Σαντορίνης έβγαζε 2.500 τόνους κρασιά και τώρα βγάζει 400, δεν χωρούν πολλές κουβέντες. Τα προβλήματα του μικρού παραγωγού τα καταλαβαίνεις, τα αντιλαμβάνεσαι. Και, βέβαια, για τη συντριπτική πλειονότητα των αληθινών, μεγάλων, υπαρκτών προβλημάτων που αναδείχθηκαν στα πάνελ, από τα προβλήματα των υποδομών σε τουριστικούς προορισμούς και τις σοβαρές επιπτώσεις της υπερδόμησης σε κορεσμένα νησιά μέχρι την ανεπαρκή επιβολή των κανόνων και την έλλειψη στρατηγικού πλάνου και σχεδίου, ένας φταίει: το κράτος, σε τοπικό και σε εθνικό επίπεδο. Ετσι είναι. Σύμφωνοι. Αλλά υποτίθεται ο «τουρισμός» ως οικονομική δραστηριότητα καλπάζει, πετάει, εκτοξεύεται. Στο προηγούμενο «Reimagine Tourism» ο CEO της Fraport μας είχε εξηγήσει ότι ο λόγος που στην Ελλάδα έρχονται μόνο 36 εκατομμύρια ξένοι τον χρόνο είναι το ότι οι κατασκευαστικές εταιρείες δεν προλαβαίνουν να φτιάχνουν αρκετά αεροπλάνα για να μπορούν οι αεροπορικές εταιρείες να ανταποκρίνονται στη ζήτηση. Αν μπορούσαν, θα έρχονταν πολύ περισσότεροι. Είμαστε στο τοπ 10 των δημοφιλέστερων τουριστικών προορισμών στη Γη. Σε ένα περιβάλλον τέτοιων εξόφθαλμων θριάμβων, γιατί δεν ήταν περισσότερα τα χαμόγελα; Με την εξαίρεση των εκπροσώπων των αεροδρομίων και των αεροπορικών εταιρειών, οι περισσότεροι άλλοι κλάδοι είχαν πολλά παράπονα και πολλές ομιλίες, πέρα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία και τις ουσιαστικές τοποθετήσεις, αθέλητα, αυτόματα, αργά η γρήγορα έπαιρναν το γνώριμο, καταγγελτικό ύφος της διαμαρτυρίας. Το vibe κάποιων συνέδρων ήταν λες και το θέμα μας ήταν η κλωστοϋφαντουργία στην Ελλάδα ή η λιγνιτοπαραγωγή το 2025.
Ισως έχει να κάνει με εμάς, τις Ελληνίδες και τους Ελληνες. Μια εγγενής, σχεδόν βιολογική ανάγκη να νιώθουμε συνέχεια διαμαρτυρόμενοι. Στο συνέδριο υπήρχαν, όντως, και κάποιες και κάποιοι που μιλούσαν στ’ αλήθεια οραματικά και αισιόδοξα. Οι περισσότεροι ήταν ξένοι. Από πού προκύπτει αυτή η αίσθηση του ανικανοποίητου που επιδεικνύουμε εμείς; Κάτι φταίει. Το «σύστημα»; Το κράτος. Το πελατειακό κράτος, και μαζί οι δομές που έχουμε φτιάξει πενήντα χρόνια δημοκρατίας τώρα, το πλέγμα κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών εργαλείων που έχουμε στήσει γύρω του. Το σύστημα, που μας έχει διαρκώς στην τσίτα, στα κάγκελα, σε άμυνα, σε μια κανονικότητα εξαλλοσύνης, πάντα εν μέρει δικαιολογημένη, πάντα ανυπόφορη και διαβρωτική. Δεν είναι μόνο ότι «το κράτος» είναι εχθρικό απέναντι στις επιχειρήσεις, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην καθημερινότητα, ότι μπαίνει υπερβολικά συχνά εμπόδιο εκεί όπου θα έπρεπε να είναι απόν, ή λύση. Δεν είναι ότι «το σύστημα» είναι εχθρικό σε κάποιες κοινωνικές ομάδες ή ότι «το περιβάλλον» είναι αφιλόξενο για τους νομοταγείς, τους δημιουργικούς και τους καπάτσους. Μάλλον το περιβάλλον είναι αφιλόξενο για όλους μας. Ακόμη και γι’ αυτούς που, τελικά, κόντρα στις αντιξοότητες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πετυχαίνουν.

