Ο ελληνικός τουρισμός έχει γίνει τα τελευταία χρόνια το πιο σταθερό και φωτεινό σημείο μιας οικονομίας που πέρασε σεισμικές κρίσεις. Σε κάθε κύμα αβεβαιότητας –από τη δημοσιονομική περιπέτεια μέχρι την ενεργειακή αστάθεια και τις κλιματικές ανατροπές– ο τουρισμός λειτούργησε ως αντιστάθμισμα. Εφερε συνάλλαγμα, δημιούργησε θέσεις εργασίας, κράτησε ζωντανές μικρές επιχειρήσεις, έδωσε ανάσα σε περιοχές που αλλιώς θα έβλεπαν την ερημοποίηση να επεκτείνεται. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι χωρίς αυτόν τον κλάδο η χώρα δεν θα είχε κατορθώσει να επιστρέψει σε τροχιά σταθερότητας.
Στο διήμερο συνέδριο Reimagine Tourism, που οργάνωσε η «Κ», αποτυπώθηκαν ανάγλυφα όλες οι ευκαιρίες, οι κίνδυνοι και οι προκλήσεις σε αυτόν τον τόσο σημαντικό κλάδο για τη χώρα. Για παράδειγμα, ήταν περισσότερο από σαφές ότι η επιτυχία έχει αρχίσει να δημιουργεί τις δικές της σκιές. Ο υπερτουρισμός, η υπέρμετρη δηλαδή πίεση που δέχονται ορισμένοι προορισμοί, απειλεί να διαβρώσει ακριβώς αυτό που δημιούργησε την άνθηση, τη φυσική ομορφιά, την πολιτιστική αυθεντικότητα, την καθημερινότητα των τοπικών κοινωνιών. Εκεί όπου άλλοτε οι επισκέπτες έβρισκαν ηρεμία και γνησιότητα τώρα συναντούν ουρές, θόρυβο και αίσθηση κορεσμού. Εκεί όπου οι κάτοικοι ζούσαν αρμονικά, σήμερα παλεύουν με την εκτίναξη των ενοικίων, την πίεση στις υποδομές και την απώλεια της τοπικής ταυτότητας. Αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Από τη Βενετία μέχρι τη Βαρκελώνη μεγάλοι τουριστικοί προορισμοί αναζητούν τρόπους να επαναφέρουν την ισορροπία. Η Ελλάδα όμως έχει μια ιδιαιτερότητα, καθώς η οικονομική της αντοχή εξαρτάται περισσότερο από τον τουρισμό σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να εφαρμόσει λύσεις που θα «κλείσουν την πόρτα». Χρειάζεται μια λεπτή μελετημένη στρατηγική, που να επιτρέπει τη συνέχιση της ανάπτυξης, αλλά και την προστασία των τόπων που τη στηρίζουν.
Η μεγάλη πρόκληση είναι να διατηρηθεί ο τουρισμός ως πυλώνας ευημερίας, χωρίς να υπονομεύσει τις βάσεις του. Αυτό προϋποθέτει επενδύσεις σε υποδομές, σύγχρονη διαχείριση πόρων, σαφείς κανόνες για τη βραχυχρόνια μίσθωση, χωροταξικό σχεδιασμό που να μην αφήνει περιθώρια ασύδοτης δόμησης. Προϋποθέτει επίσης έναν νέο τρόπο σκέψης από την ποσότητα στην ποιότητα, από τον μαζικό και συχνά ανεξέλεγκτο τουρισμό σε μορφές που σέβονται το περιβάλλον και αφήνουν πραγματικό αποτύπωμα στις τοπικές οικονομίες. Η χώρα έχει τα εργαλεία για να το πετύχει. Εχει ισχυρό brand, έχει εμπειρία και ασφαλώς διαθέτει ικανό ανθρώπινο δυναμικό που εξελίσσεται. Το ζητούμενο είναι να αναγνωριστεί ότι ο τουρισμός δεν είναι απλώς μια «βιομηχανία», είναι ο πιο δυναμικός συντελεστής της συλλογικής μας προκοπής. Αν θέλουμε να μείνει έτσι, πρέπει όλοι –πολιτεία, επιχειρήσεις, τοπικές κοινωνίες– να διαμορφώσουμε έναν κοινό οδικό χάρτη χωρίς υπερβολές και ακρότητες. Οσοι πιστεύουν ότι μπορεί να επιστρέψουμε στη δεκαετία του ’60, μάλλον πρέπει να γυρίσουν πλευρό. Το ίδιο ισχύει και για όσους θεωρούν ότι το πάρτι θα κρατήσει για πάντα χωρίς μέτρο και μέτρα. Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο τουρισμός δεν είναι απλώς ό,τι πουλάμε στον κόσμο. Είναι ό,τι είμαστε. Και οφείλουμε να τον προστατεύσουμε, ακριβώς επειδή αποτελεί τον κορμό της ευημερίας που θέλουμε να διατηρήσουμε και για τις επόμενες γενιές.

