Στις 21 Ιουνίου του 1941, η μόλις είκοσι χρόνων Πατρίτσια Χάισμιθ γράφει στο ημερολόγιό της: «Μας αρέσει να λέμε ότι όλη μας τη ζωή ψάχνουμε τον έρωτα ή ότι ψάχνουμε τη Δόξα. Δεν είναι τίποτα από τα δύο που ψάχνουμε. Είναι η κατανόηση. Αναζητούμε για πάντα μια άλλη ανθρώπινη καρδιά που μπορούμε να αγγίξουμε και να μας αγγίξει. Την αναζητούμε ακούραστα σαν πεινασμένο ζώο. Γιατί η καρδιά μας είναι για πάντα μοναχική. Για πάντα μόνη».
Την ίδια ημέρα, επανέρχεται με άλλη καταγραφή: «Πρέπει να γράψω. Γιατί είμαι κολυμβήτρια παλεύοντας στην πλημμύρα, και γράφοντας αναζητώ μια πέτρα για να ξεκουραστώ πάνω της. Κι αν τα πόδια μου γλιστρήσουν, βουλιάζω».
Οπως προστάζει το νεαρό της ηλικίας, ένας ορισμένος βαρύγδουπος μελοδραματισμός μάς κλείνει το μάτι μέσα από αυτές τις καταγραφές, ωστόσο, διακρίνεται το ψήγμα του ανήσυχου ανθρώπου που μυείται βασανιστικά στην ενηλικίωση – στη διαρκή, αέναη πάλη με τη φθορά και τον χρόνο και στην πάλη με τη δημιουργία: τη διαστολή του χρόνου μέσα μας.
Την επόμενη ημέρα, 22 Ιουνίου του 1941, η Χάισμιθ γράφει: «Η Ρωσία και Γερμανία σε Πόλεμο! Εξαιρετικά θλιμμένη & κουρασμένη. Ακόμα ανακουφίζομαι με το κλάμα. Δεν νομίζω πως είναι αδυναμία, αν το κάνεις μόνος σου».
Με μια πρώτη ματιά, θα έλεγε κάποιος ότι αυτή η «εξαιρετική θλίψη» είναι απότοκη των δραματικών εξελίξεων στην Ευρώπη. Αλλά όχι: η εισαγωγική πρόταση της καταγραφής που ολοκληρώνεται με θαυμαστικό, ουδεμία σχέση με όσα ακολουθούν: «Αυτό που με αγγίζει περισσότερο τώρα είναι το να σε αγαπούν. Είναι πιο απαιτητικό από τη Δόξα και το Χρυσό: να σε αγαπούν, να σε κατανοούν. Και έτσι κλαίω τώρα, διότι η ευτυχία είναι τόσο κοντά και τόσο σχεδόν – χειροπιαστή».
Τα ημερολόγια της Χάισμιθ αντανακλούν το κλίμα στο εσωτερικό της Αμερικής: βρίσκεται πολύ μακριά από την εμπόλεμη Ευρώπη. Η Αμερική δεν έχει καν μπει στον πόλεμο. Αυτό, ως γνωστόν, θα συμβεί στις 7 Δεκεμβρίου του 1941 με την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. Την επομένη η Χάισμιθ γράφει: «Η Ιαπωνία κήρυξε τον πόλεμο στις ΗΠΑ. Στενοχωρημένη στο σχολείο μέχρι που μίλησα με την Ελεν στη 1.30. Περπατήσαμε πλάι στο ποτάμι, έπειτα στο West End για μια μπίρα. Της είπα τι σήμαινε για μένα, και ο Θεός να με συγχωρέσει έκλαψα χωρίς να θέλω να το δει». Ακολουθούν πολλές τέτοιες σκέψεις. Στο τέλος, επανέρχεται: «1.800 νεκροί στο Περλ Χάρμπορ. Ισως και ο Γκρέηαμ».
Τι ειρωνεία η ανθρώπινη ύπαρξη: Το πολυσύνθετο μυαλό της ωριμότητας να εγκλωβίζεται σε ένα σώμα που ασθενεί σταδιακά, ενώ αντίθετα το νεανικό σώμα να ανθεί με ένα μυαλό που, παρά την όποια φρεσκάδα του, είναι πιο μονοκόμματο, επίπεδο. C’est la vie, που λένε και οι Γάλλοι.

