Να είσαι νέα γυναίκα, δημιουργική και ανήσυχη, στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του ’40, όταν τα διαμερίσματα στο Βίλατζ είναι φθηνά και από τα μαγαζιά στις γωνίες των δρόμων, τα τζουκ μποξ παίζουν την ορχήστρα του Μπένι Γκούντμαν και το πιάνο του Ερολ Γκάρνερ – δεν το λες και λίγο.
Στους κινηματογράφους μπο-ρούσε κάποιος από νωρίς το μεσημέρι να παρακολουθήσει το «Murder, My Sweet» ή το «Double Indemnity», αφού πρώτα έβλεπε τις απαραίτητες ειδήσεις με τα νέα του Β΄ Παγκοσμίου. Στους δοκιμαστικούς θαλάμους των δισκοπωλείων μπορούσε να ακούσει τις νέες ηχογραφήσεις του Τοσκανίνι και του Στοκόφσκι, και στα βιβλιοπωλεία να αναζητήσει το «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα» του Χέμινγουεϊ και τα τελευταία ποιήματα του Κάμινγκς.
Ωφελεί μια τέτοια νοσταλγική φυγή από το ασφυκτικό σήμερα; Οχι, καθόλου. Ισως να καταπραΰνει ορισμένους που έχουν την τάση να εξωραΐζουν το παρελθόν. Μονάχα που και για όσους η δεκαετία του ’40 ήταν ένα παρόν όπως, ας πούμε, είναι το δικό μας σήμερα, η δεκαετία του 2020, το ένιωθαν κι εκείνοι ασφυκτικό, πιεστικό, αγωνιώδες.
Η περίφημη φράση που θέλει το «παρελθόν να είναι μια άλλη χώρα, οι άνθρωποι κάνουν εκεί τα πράγματα αλλιώς» έρχεται στον νου καθώς κρατάμε στα χέρια μας τη φρέσκια έκδοση «Τα ημερολόγια και τα σημειωματάρια της Patricia Highsmith. Τα χρόνια της Νέας Υόρκης, 1941-1950», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αγρα σε μετάφραση του συγγραφέα Ανδρέα Αποστολίδη.
Η Χάισμιθ είναι μόλις 20 ετών το 1941, όταν βρίσκεται στη Νέα Υόρκη ως νεαρή, πολλά υποσχόμενη, δόκιμη συγγραφέας και εικονογράφος. Δεν έχει βέβαια ακόμα γράψει τον «Ρίπλεϊ» και τα άλλα αστυνομικά μυθιστορήματά της που την κατέστησαν διάσημη.
Το 1941 όλα είναι για εκείνη θαυμαστά και άγνωστα, διαθέσιμα προς εξερεύνηση. Στις σχεδόν 800 σελίδες που απαρτίζουν τον τόμο, ο αναγνώστης δεν δοκιμάζει μια ρομαντική καταφυγή στην ασφάλεια του παρελθόντος αλλά σε ένα παράλληλο σύμπαν ή σε έναν άλλο, μακρινό πλανήτη. Θυμίζουν ελαφρώς το δικό μας σύμπαν, τον δικό μας πλανήτη. Υπάρχουν πολλές χαμένες ομορφιές εκεί, αλλά υπάρχουν και οι ίδιες αγωνίες και άγχη: για την καθημερινή επιβίωση, για την επαγγελματική καταξίωση, για τον έρωτα (η νεαρή Χάισμιθ ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά της στο Μανχάταν, κυρίως την επιθυμία της για άλλες γυναίκες), για την πίεση της οικογένειας, για την έκβαση των κρίσιμων εξελίξεων στην πολιτική.
Είναι ένα μεγάλο, συναρπαστικό ταξίδι αυτό που μας προσφέρεται μέσα από τις αφηγήσεις, τις περιγραφές και τις εξομολογήσεις της. Και αν κάποιοι βρουν σε αυτές τις σελίδες και μια κρυψώνα από το σήμερα, ας είναι. Ομως οι σελίδες αυτές προσφέρονται για πολύ περισσότερα.

