Πολλοί σοβαροί νομικοί θα σας έλεγαν πως η ελευθερία του λόγου είναι σχεδόν ιερή και ότι είναι ανήθικο να στερείς από τους ανθρώπους τα λόγια τους. Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε γίνονται το υλικό για να υπάρχουμε στον κόσμο. Η ελευθερία του λόγου μπορεί να ασκείται με θετικό τρόπο (π.χ. μιλάω), αλλά και αρνητικά, π.χ. αποφεύγω τις γνώμες των άλλων. Αυτή η πτυχή δεν είναι και τόσο γνωστή. Ας την αναλύσουμε λίγο παραπάνω.
Κανείς δεν υποχρεούται να συμφωνεί με τις γνώμες των άλλων. Δεν έχουμε καθήκον αντίδρασης στις άλλες απόψεις, παρόλο που τα κοινωνικά δίκτυα προσπαθούν να μας πείσουν πως πρέπει να αντιδρούμε στα πάντα. Ούτε καν καθήκον να γίνουμε ακροατήριο των ιδεολογικών μας αντιπάλων. Βρίσκομαι, για παράδειγμα, σε μία αίθουσα όπου κάποιος αρχίζει να λέει πως τα εμβόλια είναι κακά, η ιατρική μάστιγα, οι αμβλώσεις πειράματα στα σώματα των γυναικών κ.λπ.
Μπορώ να καθίσω να το ακούσω αυτό, εάν θέλω. Εάν δεν θέλω, όμως, γιατί πορεύομαι στη ζωή με μία δέσμη ιδεών στο πλαίσιο της οποίας η ιατρική δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «μαγγανεία», ήσυχα, χωρίς να βλάψω κανέναν, μπορώ να μαζέψω τα πράγματά μου και να αποχωρήσω με ευπρέπεια. Το καθήκον μου αρχίζει και σταματά στο να ανέχομαι να υπάρχουν αυτές οι απόψεις «στον κόσμο», δηλαδή, στο να απέχω από το να βλάπτω τους φορείς τους.
Η αντιδραστική σκέψη έχει επεξεργαστεί τα τελευταία χρόνια μία κρίσιμη έννοια: τη φίμωση. Υπάρχουν, έτσι, άνθρωποι που δηλώνουν οπαδοί της ελευθερίας του λόγου ώσπου κάποιος να διαφωνήσει μαζί τους και να εκφράσει μιαν άλλη άποψη. Τότε φαντασιώνονται πως κάποιος τους φιμώνει. Υποστηρίζουν, δηλαδή, χωρίς να το λένε, πως η ελευθερία του λόγου ισχύει μόνο στη δική τους περίπτωση, όταν, για παράδειγμα, λένε το χ. Απαξ και απαντήσεις σε αυτό λέγοντας ψ, τους «φιμώνεις».
Ενας αποτελεσματικός τρόπος, όμως, να περιορίσεις πραγματικά την ελευθερία του λόγου ενός ανθρώπου είναι να του αφαιρέσεις τα μέσα βιοπορισμού του, να πλήξεις την υλική βάση της συγκρότησής του, να τον κάνεις να πληρώσει, κυριολεκτικά, επειδή είπε κάτι. Σε τέτοιες αισχρότητες προβαίνουν συχνά οι εχθροί της ελευθερίας του λόγου παντού στον κόσμο – και στη χώρα μας. Ενοχλείται κανείς με κάτι που γράφεις/λες/δημοσιεύεις και υπόσχεται να πλήξει το εισόδημά σου.
Για πρώτη φορά χθες, ένας άνθρωπος με τεράστια εξουσία και ψευδομάρτυρας της ελευθερίας του λόγου, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, το έκανε ολοφάνερα, δημόσια: κάλεσε τον απλό κόσμο να καταδώσει όσους πανηγύριζαν στα κοινωνικά δίκτυα τη δολοφονία Κερκ. Οι πανηγυριστές θα πρέπει να παραδοθούν στους εργοδότες τους, προκειμένου να απολυθούν.
Η είδηση πρέπει να μας απασχολήσει. Αφενός, γίνεται φανερό με επίσημο τρόπο ότι τα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι πεδία άσκησης της ελευθερίας του λόγου, αλλά κυρίως τόποι επιτήρησης, διάδοσης του μίσους και της τοξικότητας. Αφετέρου, γιατί συνιστά προτροπή φακελώματος και μάλιστα από τα πάνω, από το κράτος – ο Βανς δεν είναι πια ένας οποιοσδήποτε ιδιώτης. Μυρωδιά ΛΔΓ.
Γιατί να τιμωρηθούν οι πανηγυριστές; Δεν υπάρχει λόγος. Είναι ήδη λυμένο προ πολλού: η ελευθερία του λόγου καλύπτει και τη βλακεία. Δηλαδή, μια γνώμη προστατεύεται, επειδή εκφράζεται και υπάρχει. Μ’ άλλα λόγια: επί της αρχής και όχι για το περιεχόμενο ή το στυλ της. Αδιάφορο, λοιπόν, αν είναι βάσιμη, ευπρεπής, «φυσιολογική», κόσμια, καλά επεξεργασμένη, καλοδιατυπωμένη κ.λπ.
Ας γυρίσουμε, όμως στον αντιπρόεδρο. Προτρέπει τους πολίτες να αστυνομεύσουν άλλους πολίτες. Στόχος: να χάσουν το μέσο βιοπορισμού τους όσοι λένε κάτι χοντρό κι ακατέργαστο. Θα εμπεδώσουν έτσι οι Αμερικανοί το δίδαγμα ότι δεν μπορείς να λες ό,τι σου κατέβει, εκτός κι αν έχεις έναν πακτωλό χρημάτων στην τράπεζα, οπότε και φυσικά θα λες ό,τι σου ’ρθει, γιατί σκασίλα σου κι άμα απολυθείς. Εν ολίγοις, η ελευθερία του λόγου, το όπλο των απλών ανθρώπων απέναντι στην εξουσία, θα γίνει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό ζήτημα ταξικό.

