Πού βρίσκονται οι αγάπες μας;

1' 52" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Εχω πάντοτε μπροστά στα μάτια μου την εικόνα της πρώτης μου νυχτερινής πτήσης στην Αργεντινή, μια νύχτα ζοφερή, όπου τρεμόφεγγαν, σαν αστέρια, μονάχα κάτι αραιά φώτα σκορπισμένα στην πεδιάδα».

Απόσπασμα από την πρώτη σελίδα της «Γης των ανθρώπων» του Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κίχλη (μτφρ.: Βάιος Λιαπής, επίμετρο: Λίζυ Τσιριμώκου).

Η συνέχεια είναι αυτή: «Κάθε φως κι ένα σινιάλο που φανέρωνε, μέσα σ’ αυτόν τον ωκεανό του σκότους, το θαύμα κάποιας συνείδησης. Σε κείνο το σπιτικό διαβάζανε, συλλογιόντουσαν, αντάλλαζαν μυστικά. Στο άλλο, ίσως, ζητούσανε να βυθομετρήσουν το διάστημα, παιδεύονταν με υπολογισμούς για το νεφέλωμα της Ανδρομέδας. Αλλού πάλι αγαπιόντουσαν. (…) Ανάμεσα όμως στα ζωντανά ετούτα άστρα, πόσα παράθυρα σφαλιστά, πόσα αστέρια σβησμένα, πόσοι άνθρωποι κοιμάμενοι…».

Ο συγγραφέας μάς πληροφορεί ότι «ήτανε το 1926»· μόλις είχε προσληφθεί ως «νεαρός πιλότος της γραμμής» στην Εταιρεία Λατεκοέρ, που «εκτελούσε, πριν από την Αεροποστάλ κι έπειτα την Αιρ Φρανς, το δρομολόγιο Τουλούζη – Ντακάρ. Εκεί μάθαινα τη δουλειά. Επρεπε κι εγώ να περάσω από τις δοκιμασίες του νεοφώτιστου»…

Αγριες εποχές να είσαι πιλότος. «Την εποχή εκείνην οι κινητήρες δεν πρόσφεραν την ασφάλεια των σημερινών. Συχνά μας εγκατέλειπαν ξαφνικά, δίχως προειδοποίηση, μέσα σ’ έναν πελώριον ορυμαγδό από πιατικά που σπάνε».

Βουνοκορφές καλυμμένες από πυκνές νεφώσεις γίνονταν οι τάφοι για τους πιλότους εκείνης της μακρινής εποχής. Κι όμως, επικρατούσε ολόγυρά τους μια απατηλή νηνεμία. «Τούτη η λευκή γόμα γινότανε για μένα το σύνορο ανάμεσα στο πραγματικό και το εξωπραγματικό, ανάμεσα στο γνώριμο και στο άδηλο».

Το γράφαμε και χθες: ο Εξυπερύ είναι απόλυτα ταυτισμένος με τον «Μικρό πρίγκιπα». Ομως, όπως θαρρώ γίνεται έκδηλο και από τα αποσπάσματα, η ποίηση δεν απουσιάζει ούτε από το «Η Γη και οι άνθρωποι», όπου το συμβάν γίνεται συχνά πρόσχημα. Και, βέβαια, σε αρκετά σημεία διακρίνει ο σημερινός υποψιασμένος αναγνώστης, ίχνη του κατοπινού «Πρίγκιπα»: «Παρόλο που μας τέλειωνε το καύσιμο, εμείς δαγκώναμε κάθε φορά το χρυσωμένο δόλωμα: κάθε φορά λέγαμε πως ήταν εκείνο το αληθινό φως κάποιου φάρου, κάθε φορά πως ήταν ο διάδρομος προσγείωσης και η ζωή· έπειτα, αναγκαστικά, αλλάζαμε πάλι άστρο.

»Από κείνη την ώρα νιώθαμε χαμένοι στο διάστημα, ανάμεσα σε εκατό απρόσιτους πλανήτες, αναζητώντας τον μόνο αληθινό πλανήτη, τον δικό μας, που μόνο εκεί βρίσκονταν τα γνώριμα τοπία μας, τα φιλικά μας σπίτια, οι αγάπες μας».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT