
Στην υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης στην Κρήτη, η δημοσιογραφική γλώσσα έχει ήδη πιάσει δουλειά για να κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα: ο «αρχιμαφιόζος της Κρήτης» μπορεί να «γράφει ωραία» στους τίτλους, αλλά δεν συμβάλλει και πολύ αποτελεσματικά στον ευρύτερο στόχο της ενημέρωσης. Ενας γραφικός «Τόνι Σοπράνο» λειτουργεί, βέβαια, ως το τέλειο επικοινωνιακό σχήμα αποτύπωσης του μαφιόζικου κυκλώματος· όταν το κοινό ακούει για μαφία, έχει ανάγκη έναν «νονό» για να συγκρατήσει την είδηση και να μην προχωρήσει στην επόμενη. Το κύκλωμα, όμως, είναι κάτι παραπάνω από τον επικεφαλής του και η μαφία δεν είναι τίποτα χωρίς κύκλωμα. Διακίνηση ναρκωτικών και όπλων, παράνομες αγοραπωλησίες, εκβιασμοί, χρηματισμός δημόσιων λειτουργών και δημοσιογράφων, συναλλαγές με το Δημόσιο, επαφές με πολιτικούς, μέχρι και παρεμβάσεις στα εκκλησιαστικά πράγματα καταγράφονται μεταξύ των δραστηριοτήτων της οργάνωσης. Πώς συνέβαιναν όλα τα παραπάνω και άλλα τόσα; Τα έκανε μόνος του ο «αρχιμαφιόζος» και οι υπόλοιποι κοιτούσαν;
Πλαίσιο δράσης
Οι εκτεταμένες λαμογιές ενός πανούργου ξενοδόχου έχουν ενδιαφέρον ως προς το ποινικό τους σκέλος, αλλά κατά τ’ άλλα δεν είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτες. Οι εγκληματικές συμπεριφορές είναι αναμενόμενες όταν εκλείπει κάθε μέτρο πρόληψής τους. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει, λοιπόν, το πλαίσιο δράσης του «αρχιμαφιόζου», δηλαδή η εναλλαγή απλής ανοχής και ενεργής βοήθειας από το κράτος, που του επέτρεψε να διευθύνει μια εγκληματική οργάνωση, χωρίς καν να επιδείξει στοιχειώδη επιμέλεια στην απόκρυψή της. Πώς κατάφερνε το κύκλωμα να νομιμοποιεί παράνομα κέρδη χρησιμοποιώντας μέχρι και POS νόμιμων επιχειρήσεων; Τίποτα δεν υποψιάστηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες; Είναι τόσο τρωτά τα συστήματα που επιστρατεύτηκαν ακριβώς για να πατάξουν οικονομικές ατασθαλίες εταιρειών; Πώς γίνεται, την εποχή του περίφημου κτηματολογίου, να υφαρπάζονται περιουσιακά στοιχεία (και μάλιστα ιεράς μονής!) και έπειτα να πωλούνται χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτα;
Η σιωπή εξηγείται
Μπορεί κανείς να πει πολλά και για την ομερτά της τοπικής κοινωνίας: το κύκλωμα έλυνε και έδενε στα Χανιά, «ακουμπούσε» τις ζωές σχετικών και άσχετων ανθρώπων με διάφορους τρόπους. Δασικές εκτάσεις αποχαρακτηρίζονταν (προκειμένου να πουληθούν) χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, ενώ λέγεται ότι η οργάνωση είχε εισχωρήσει ακόμη και στη Δικαιοσύνη, μαγειρεύοντας τη σύνθεση δικαστηρίων, ώστε να βγαίνουν παράλογα ευνοϊκές αποφάσεις για υπόδικα μέλη της. Μια κοινωνία που ζει δίπλα σ’ αυτή τη φρικώδη κατάσταση χωρίς να αντιδρά (στις κομπίνες συμμετείχαν από διοικητές νοσοκομείων και τοπικά ενημερωτικά μέσα, μέχρι αστυνομικοί και μετανάστες), είναι μάλλον μια κοινωνία που είτε δεν θεωρεί πως συμβαίνει κάτι λάθος είτε δεν έχει θεσμική διέξοδο. Και πάλι στο κράτος καταλήγουμε: πού μπορούν να απευθυνθούν οι πολίτες που αντιλαμβάνονται τη σήψη που τους περιβάλλει; Η ανοχή δεν έχει μόνο χαρακτηριστικά συνενοχής, αλλά και παραίτησης ή απελπισίας. Ανεχόμαστε ό,τι θα θέλαμε, αλλά δεν μπορούμε να αλλάξουμε.
Οσμή από τα παλιά
Σαν να μην ήταν αρκετά ευτράπελη η υπόθεση από μόνη της, οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις της ΕΛ.ΑΣ. αποκάλυψαν συνομιλία του φερόμενου ως αρχηγού της οργάνωσης με τον Πάνο Καμμένο. Ο πρώην κυβερνητικός εταίρος του Αλέξη Τσίπρα, που σήμερα ασχολείται κυρίως με τον καλλωπισμό και τις δημόσιες σχέσεις, αρνείται, βέβαια, πως ενέδωσε στο ρουσφέτι που του ζητήθηκε (να προωθήσει έναν συγκεκριμένο αρχιμανδρίτη στη Μητρόπολη Κυδωνίας). Αυτό που δεν μπορεί να αρνηθεί όμως είναι το περιεχόμενο και ο τόνος της συνομιλίας. Ο φερόμενος ως «αρχιμαφιόζος» δεν μιλάει σε κάποιον άγνωστο, αλλά σε έναν πολιτικό που γνωρίζει προσωπικά και με τον οποίο νιώθει οικειότητα – «ήμουν δικός σου», του λέει και στον πρόεδρο των ΑΝΕΛ αυτό δεν ακούγεται περίεργο. Ο Πάνος Καμμένος δεν κλείνει το τηλέφωνο· ακούει το αίτημα, μιλάει για τις διασυνδέσεις του και διαβεβαιώνει τον συνομιλητή του ότι «θα καθαρίσει».
Κράτος εν κράτει
Εχει την αξία της η χρονική σύμπτωση της υπόθεσης με τις περαιτέρω αποκαλύψεις για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Από τα 22,6 εκατομμύρια ευρώ που διαπιστώθηκε μέχρι στιγμής πως εισπράχθηκαν παρανόμως υπό μορφή επιδοτήσεων, τα 17,2 αντιστοιχούν στην Κρήτη. Το εύκολο είναι να διαβάσει κανείς το φαινόμενο ως επιβεβαίωση του στερεότυπου: η Κρήτη της τζάμπα μαγκιάς, της «μάτσο» παραβατικότητας και της αποθέωσης του τοπικισμού έρχεται πρώτη σε ό,τι κανέναν δεν τιμά να έρχεται πρώτος. Καμία έκπληξη. Ακόμη και τα στερεότυπα εξηγούνται, όμως: αν η Κρήτη ξεχωρίζει για τις αρνητικές πρωτιές της, αυτό δεν οφείλεται σε κάποιο εγγενές χαρακτηριστικό ή σ’ ένα ανεξήγητο μυστήριο, αλλά στο γεγονός ότι κάποιοι τη βοηθούν να ξεχωρίσει. Σε μια χώρα όπου η νομιμότητα αποτιμάται γενικώς ως κάτι επιβαρυντικό, είναι αναμενόμενο ότι σε ορισμένα σημεία της η απέχθεια προς τον νόμο θα λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις απ’ ό,τι σε άλλα. Πού ενθαρρύνεται περισσότερο η κακομαθησιά; Εκεί όπου οι δεξαμενές των ψηφοφόρων είναι μεγάλες· εκεί όπου τα πελατειακά δίκτυα είναι διευρυμένα· εκεί όπου το κράτος δυσκολεύεται να επιβληθεί ως κράτος και γι’ αυτό εκχωρεί άτυπα τις αρμοδιότητές του σε παρέες, οικογένειες και entrepreneurs – εγκληματίες.

