Εχω ζήσει τη μεγάλη φωτιά του 1981, δύο μήνες πριν από τον θρίαμβο της «Αλλαγής» στις εκλογές. Είχε κάψει ένα μεγάλο μέρος των βορείων προαστίων και ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης είχε γίνει αντικείμενο χλευασμού επειδή είπε πως η μετάδοση της πυρκαγιάς οφείλεται στις κουκουνάρες. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε πως είχε δίκιο. Τα πεύκα είναι ιδανική καύσιμη ύλη και σ’ αυτά χρωστάμε πολλές από τις πυρκαγιές της Μεσογείου. Μας εκδικούνται με την ομορφιά τους. Δεν μπορείς να φαντασθείς μεσημέρι καλοκαιριού χωρίς το πεύκο με τα τζιτζίκια του και τη μυρωδιά απ’ το ρετσίνι. Τότε, όμως, το μυαλό του ελληνισμού ήταν αλλού. Η κλιματική αλλαγή μάς ήταν άγνωστη, όμως τα οικονομικά συφέροντα –χωρίς το μι του Οκτωμβρίου– μας ήταν γνωστά. Τις φωτιές τις έβαζαν οικοπεδοφάγοι με την ανοχή ή τη συνεργασία της Δεξιάς που κυβερνούσε. Ας κάναμε λίγη υπομονή και σε δύο μήνες ο Ανδρέας θα καθάριζε και Δεξιά, και οικοπεδοφάγους, και πυρκαγιές. Μόλις είχα επιστρέψει στην Ελλάδα ύστερα από δέκα χρόνια παραμονής στο Παρίσι και είχα πιάσει δουλειά στην εφημερίδα «Μεσημβρινή» του Παναγιώτη Λαμπρία. Με παρακάλεσε –στην κυριολεξία– να πάω να δω τι γίνεται. Ο άνθρωπος ήταν αναστατωμένος, οι περισσότεροι έλειπαν με άδεια και προσπαθούσε να αξιοποιήσει όποιον συναντούσε στο γραφείο. Τη νύχτα τη βγάλαμε μ’ ένα κομβόι δημοσιογράφων, με δημοσιογραφική εξάρτυση, αμάνικο μπουφάν με τσέπες και τσεπάκια. Κάποιος είχε εντοπίσει μια άσπρη Μερσεντές, η οποία έβαζε φωτιά όπου περνούσε. Η Μερσεντές ήταν αδιάψευστο στοιχείο ότι οι πυρκαγιές οφείλονταν στους πλουτοκράτες οικοπεδοφάγους. Δεν βρέθηκε ποτέ, εννοείται.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, οι οικοπεδοφάγοι μεταμορφώθηκαν σε Τούρκους πράκτορες, μετά σε διάφορες δυνάμεις που στόχευαν στην αποσταθεροποίηση της δημοκρατίας και, τέλος, στην κλιματική αλλαγή. Κάθε χρόνο καιγόταν η μισή Ελλάδα. Η άλλη μισή είχε καεί την προηγούμενη χρονιά. Και εν τω μεταξύ ξεφύτρωναν οι πιο απίθανες θεωρίες. Λογικό από μιαν άποψη. Το αίσθημα που προκαλεί η φωτιά στον σύγχρονο άνθρωπο δεν διαφέρει απ’ αυτό που προκαλούσε στον πρωτόγονο. Το φαινόμενο είναι μέρος της ζωής της φύσης και δεν εξαλείφεται. Μπορείς μόνο να το αντιμετωπίσεις θεραπεύοντας τη βλακεία, την αδιαφορία, την αμέλεια και την ανικανότητα, που καλύπτονται κάτω από τον μανδύα των διαφόρων θεωριών. Σ’ αυτές οφείλονται οι νεκροί στην Πελοπόννησο και στο Μάτι. Κι αν δυσκολευόμαστε να το παραδεχθούμε και να το κατονομάσουμε είναι επειδή δεν θέλουμε να δεχθούμε ότι είμαστε μια κοινωνία που τις θεωρεί φυσιολογικές. Κοινώς, μια απαίδευτη κοινωνία.

