Για την πατρίδα μας ήταν μονόδρομος η καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και η ενεργητική συμπαράσταση προς το θύμα της εισβολής. Οταν ο ελληνισμός καταγγέλλει την εισβολή και κατοχή της Κύπρου από την Τουρκία, δεν μπορεί να προσπερνά αδιάφορα ένα ανάλογο γεγονός στην καρδιά της Ευρώπης. Ούτε μπορεί να αποδεχθεί τις δικαιολογίες της Ρωσίας για την εισβολή που είναι παρεμφερείς με τις αιτιάσεις των Τούρκων για την άμυνα των νησιών του Αιγαίου. Απέναντι σε παρόμοιες αντιλήψεις η αντίθεση της Ελλάδας οφείλει να είναι ξεκάθαρη, όπως και ήταν.
Η πατρίδα μας –που την κατηγορεί για τη στάση της στο ουκρανικό η ρωσόφιλη Δεξιά–συντάχθηκε με το σύνολο σχεδόν των κρατών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αυτή είναι η μεγάλη μας οικογένεια, με όλα τα προβλήματά της. Για λόγους αρχών, όσο και ιστορικής μνήμης, η Ευρώπη στάθηκε αρωγός στην προσπάθεια της Ουκρανίας να αποκρούσει τη στρατιωτική εισβολή μιας υπερδύναμης η οποία δεν αναγνώριζε στο θύμα ούτε καν λόγο εθνικής υπόστασης.
Η δε βοήθεια που προσέφερε η Ευρωπαϊκή Ενωση μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες μετέτρεψε έναν στρατιωτικό περίπατο σε μια κόλαση 3,5 ετών για τους εισβολείς.
Συνεπώς, υπήρχε σωστή πλευρά της Ιστορίας και η Ελλάδα καλώς την υπηρέτησε αδιαπραγμάτευτα και χωρίς αστερίσκους. Σε ζητήματα αρχών δεν υπάρχουν αστερίσκοι.
Για την πατρίδα μας ήταν μονόδρομος η καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και η ενεργητική συμπαράσταση προς το θύμα της εισβολής.
Τι κέρδισε η πατρίδα μας από όλη αυτή την υπόθεση; Πρώτα πρώτα, απέδειξε πως είναι ένας αξιόπιστος σύμμαχος που μπορεί να στηριχθείς επάνω του. Αν δεν ήμασταν, ούτε η ένταξή μας στο πρόγραμμα των F-35 θα προχωρούσε ούτε το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης θα αναβαθμιζόταν ούτε οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις θα γνώριζαν τέτοια άνθηση. Το γεγονός πως στον Λευκό Οίκο βρίσκεται σήμερα ένας πρόεδρος ξένος προς τις αρχές της δυτικής συμμαχίας και πιο κοντά στη νοοτροπία του εισβολέα στην Ουκρανία, αυτό δεν αναιρεί όλα τα προηγούμενα. Αλίμονο αν μια πολιτική σε ένα τόσο θεμελιώδες ζήτημα, όπως ο σεβασμός της εδαφικής κυριαρχίας, την αφήναμε στα κέφια και στις αντιλήψεις του επόμενου πιθανού πλανητάρχη.
Στην Ελλάδα, στον αυτοαποκαλούμενο πατριωτικό χώρο, ενδημεί ένας έντονος φιλορωσισμός.
Και η έκφρασή του στην περίπτωση της Ουκρανίας είναι πολλαπλώς παράδοξη, καθώς αυτός ο χώρος διακρίνεται και για τις αντιτουρκικές κορώνες του. Είτε από πολιτική μυωπία είτε επειδή συμβαίνει κάτι άλλο, μη ορατό διά γυμνού οφθαλμού, όλοι αυτοί δεν βλέπουν ή κάνουν πως δεν βλέπουν τις ομοιότητες μεταξύ της Κύπρου και της Ουκρανίας, ούτε την ταυτότητα των επιχειρημάτων της Ρωσίας και της Τουρκίας για το τι θεωρούν απειλή για την εθνική τους ασφάλεια.
Και κάτι τελευταίο. Τι θα έλεγαν οι υπερπατριώτες που λοιδορούν τον Ζελένσκι αν ο Ιωάννης Μεταξάς, τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940, έλεγε στον Εμμανουέλε Γκράτσι, αντί για το «ΟΧΙ», «πολύ ευχαρίστως, περάστε»;

