«Παρακολουθούμε στον χάρτη που ρολάρει στις οθόνες των βυθοσκοπίων και μας δείχνει τη χλωρίδα και την πανίδα του βυθού, τα βουνά και τις πεδιάδες του, τα εκατομμύρια τις γαρίδες που βόσκουν, τα χιλιάδες ψάρια που ατομικά ή σε πολυάριθμες κοινότητες φλυαρούν, ερωτεύονται ή τρώνε το ένα το άλλο χωρίς να υποπτεύονται τι τους επιφυλάσσει η μαύρη σκιά που έρχεται από την επιφάνεια του νερού», γράφει ο δημοσιογράφος Γιάννης Μαρίνος πάνω στο αλιευτικό πλοίο «Ποσειδωνία» το καλοκαίρι του 1981.
Τις σημειώσεις του από τότε επεξεργάστηκε και πέρασε στο βιβλίο που εκδόθηκε προσφάτως με τίτλο «Περιπέτεια στον Ειρηνικό Ωκεανό». (εκδ. Παπαδόπουλος) και υπότιτλο «Ημερολόγιο καταστρώματος για ρομαντικούς αναγνώστες και ερασιτέχνες ψαράδες».
Το ψάρεμα του μπακαλιάρου γίνεται με τεράστια δίχτυα. Αλλά στο μικρό, πιο ταπεινό του ψάρεμα επιδίδεται και ο ίδιος ο συγγραφέας όταν επιβιβάζεται σε μια μεγάλη κόκκινη βενζινάκατο του καραβιού με ντιζελομηχανή εσωλέμβια, η οποία τον περιμένει στην κάτω άκρη της σκάλας. Πλέουν λίγο αργότερα στον κόλπο του Μέιν.
Αποτυχία· τίποτα δεν τσιμπάει. Ωσπου ένας συνταξιδιώτης ψαρεύει έναν ροφό δύο κιλά, ενώ ακολουθούν και μια σκορπίνα, μια γλώσσα, ένα κοκκινόψαρο. Η όλη διαδικασία είναι εξουθενωτική, χώρια τα τραύματα σε χέρια και πόδια από πτερύγια, αγκίστρια κ.τ.λ.
Οταν το «Ποσειδωνία» αράζει στο Μέιν Μπέι της νήσου Βανκούβερ, γύρω είναι μόνο βουνά, βράχια και δέντρα. «Ιχνος σπιτιού, που να ξεκουράσει η ασπράδα τους το μάτι». Για τους μόνιμους ναυτικούς αυτό μπορεί να είναι το «σπίτι» τους για ολόκληρους μήνες.
«Το ραδιόφωνο δεν πιάνει κανένα σταθμό. Η τηλεόραση επίσης». Το 1981 ούτε λόγος για μέιλ και κινητά, φυσικά. Γύρω από το πλοίο σκυλόψαρα. Κάποιος από τους μόνιμους δηλώνει ασθένεια. Προσποιείται άραγε; Παίρνει εισιτήριο, πάντως, μετ’ επιστροφής. «Στο δωμάτιό του όλοι οι τοίχοι βρέθηκαν καπλαντισμένοι με εικόνες πορνό. Και δύο μεγάλοι καθρέφτες απέναντι στο κρεβάτι», σχολιάζει ο συγγραφέας. Ενας ανδρικός κόσμος ανθρώπων ξεχασμένων.
«Ζήτησα κι άκουσα ιστορίες από τους ναυτικούς του “Ποσειδωνία”», γράφει, «ικανές να εξάψουν τις πιο πονηρές και ανικανοποίητες φαντασίες. Δεν θα τις επαναλάβω, βέβαια. Αυτό θα ήταν πορνό».
Ο Γ. Μαρίνος μνημονεύει τα ποιήματα του Καββαδία και τα μυθιστορήματα του Τζόζεφ Κόνραντ. Εκεί, λέει, οι ναυτικοί είναι λαλίστατοι. Η πραγματικότητα, όμως, είναι τελείως διαφορετικοί: όπως οι καλόγεροι, οι ναυτικοί δεν ανοίγουν την καρδιά τους σε κανέναν. «Ποιος είσαι εσύ, κύριε δημοσιογράφε;» φαντάζεται να του λένε. «Καλεσμένος του αφεντικού είσαι. Μπορεί και σπιούνος».

