Παρακολουθούμε από χθες τις πολύ ιδιαίτερες «διακοπές» του καταξιωμένου δημοσιογράφου Γιάννη Μαρίνου στο αλιευτικό πλοίο «Ποσειδωνία» το καλοκαίρι του 1981, όπως τις κατέγραψε στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα με τίτλο «Περιπέτεια στον Ειρηνικό Ωκεανό» (εκδ. Παπαδόπουλος) και υπότιτλο «Ημερολόγιο καταστρώματος για ρομαντικούς αναγνώστες και ερασιτέχνες ψαράδες».
Ο Γ. Μαρίνος μόλις έχει μπει στην καμπίνα του, την προσωπική του πλοιοκτήτη, που παραχωρήθηκε ειδικά για εκείνον: «Κρεβάτι άνετο, τραπέζι, γραφείο, ντουλάπα ρούχων, λουτροκαμπινέ. Λιτά, μα άνετα και καθαρά, όσο επιτρέπει η μόνιμη βαριά οσμή ψαρίλας που διαποτίζει μέχρι τον τελευταίο του πόρο το δέρμα μας και κρατά σε συνεχή δυσάρεστη υπερ-διέγερση την όσφρησή μας».
Ο συγγραφέας μπαίνει πολύ γρήγορα στο παιχνίδι του ψαρέματος, προτού καν τακτοποιήσει τα πράγματά του, όντας δεινός ερασιτέχνης ψαράς από παλιά. Το πρώτο ψάρι «που τσιμπάει» όμως τι είναι, έτσι όταν το βλέπει να το φέρνει στην επιφάνεια; Ενα μεγάλο σκυλόψαρο. «Το πρώτο της ζωής μου. Μια ακόμα τύψη της ζωής μου», γράφει.
Η σκηνή είναι άγρια, δυσάρεστη· την καθιστά ακόμα πιο δυσάρεστη η ενοχική στάση του συγγραφέα, ο οποίος διαπιστώνει ότι το σκυλόψαρο είναι θηλυκό και μάλιστα έγκυος: όταν του ανοίγουν την κοιλιά, δεκαεπτά μικρά σκυλοψαράκια χύνονται σπαρταρώντας από μέσα.
Ο συγγραφέας σπεύδει να τα ρίξει όλα πίσω στη θάλασσα, παρά τις αντιδράσεις του μάγειρα, επειδή, όπως του λέει, «αυτά τρώνε ανθρώπους».
Ο Γ. Μαρίνος, όμως, ξέρει καλύτερα. «Προτίμησα να τα παραδώσουμε στη φύση. Τα σκυλόψαρα δεν δολοφονούν. Περιορίζονται στο να διατρέφονται έτσι. Και τα ανθρώπινα θύματά τους στον κατάλογο του δούναι και λαβείν είναι μια χούφτα σε σύγκριση με τις εκατόμβες που πληρώνουν καθημερινά στον μεγάλο τους εχθρό, τον άνθρωπο». Απολύτως ορθή διαπίστωση.
Ακολουθεί η πρώτη νύχτα στην ανοιχτή θάλασσα. Και δεν είναι ήρεμη. «Ο απέραντος ωκεανός, πουθενά στεριά, βουνά τα κύματα και το καράβι να σκαμπανεβάζει τρίζοντας στις κλειδώσεις του, πολεμώντας να μείνει όρθιο και να προχωρήσει. (…) Το Βόρειο Σέλας φωτίζει τη νύχτα. Να προσέχουμε και τα παγόβουνα. Η ηδονή του φόβου και του αγνώστου».
Το ξημέρωμα όμως, μπροστά σε μια –πιθανώς– κοραλλιογενή ακτή είναι μια ανταμοιβή. Η φαντασία του γραφιά οργιάζει: το Κον Τίκι, το Φραν του Αμούντσεν, τα πλοία των Βίκινγκς, οι πάγοι του αρκτικού κύκλου, η μέρα που δεν έχει νύχτα, η νύχτα που δεν έχει μέρα, ο Μαγγελάνος, ο Μόμπι Ντικ, ο Δεκαπενταετής Πλοίαρχος – όλα, λέει ο συγγραφέας, «μου ανοίγουν ορίζοντες, τρέφουν τη φαντασία». Ωστόσο: «Ποια θα είναι η πραγματικότητα;».

