Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα;

3' 14" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Γιατί χρησιμοποιείς αμερικανικές λέξεις, δεν έχουμε την αντίστοιχη ελληνική;». «Γιατί γράφεις “κουλ” κι όχι άνετος;». Επί χρόνια είχα δύο εκπαιδευτικούς, έναν δάσκαλο στην επαρχία κι έναν φιλόλογο/διορθωτή εκθέσεων Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα, που αστυνόμευαν τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στα κείμενά μου, δηλαδή πάσχιζαν να μου ασκήσουν εξουσία. Δεν προλάβαινα να βγάλω βιβλίο ή να μιλήσω κάπου, λάμβανα μήνυμά τους. «Προσπάθησε περισσότερο με το συντακτικό της ελληνικής, Βίβιαν». 

Με διασκεδάζουν κάτι τέτοια, κυρίως επειδή είναι αποπροσανατολιστικά, δασκαλίστικα, ψεύτικα. Παράλληλα, κι εγώ φυσικά σιχαίνομαι τη ζωή μου, αν διαβάζω ένα άρθρο κι έχει μέσα τα latest trends ή άλλες τέτοιες τεμπελιές. Δεν μου αρέσουν οι φράσεις στ’ αγγλικά, εάν δεν είναι νομιμοποιημένες από αυτό που θέλει να πει το κείμενο (εγώ συνήθως τις βάζω για να ειρωνευτώ). Αν είχε, πάντως, κανείς αληθινή έγνοια για την ελληνική γλώσσα, πέρα απ’ αυτές τις ψεύτικες ανησυχίες, πού θα έπρεπε να κοιτάξει; 

Οταν ταξιδεύω στην επαρχία, εκτός τουριστικών προορισμών, διαπιστώνω τον υπαρκτό κίνδυνο του δημογραφικού. Ο πληθυσμός γερνάει. Τα καφενεία, τα μπαρ, οι δρόμοι έχουν μέσα παππούδες και γιαγιάδες ή μικρά παιδάκια που εξετάζουν στα σοβαρά τη μετανάστευση, αφού η βασική τους έγνοια είναι να βγάλουν λεφτά. Στον τόπο καταγωγής μου, τη Θεσσαλία, η ροή προς το εξωτερικό είναι αδιάκοπη. Τα χωριά έχουν κόσμο, αλλά είναι άνθρωποι του Αυγούστου, που έρχονται από μακριά, από τη Γερμανία, την Ολλανδία κ.λπ., όπου έχουν μεταναστεύσει. Θα μάθουν ελληνικά στα παιδιά τους; Κι αν ναι, τα παιδιά τους θα διαλέξουν να παραγάγουν μέσα στη γλώσσα ή θα το θεωρήσουν μια αυτοκαταστροφική επιλογή; 

Εάν μια γλώσσα αιμοδοτείται, από τους ανθρώπους που τη μιλούν, το πεδίο των δυνατοτήτων της απλώνει κάθε φορά που κάποιος διαλέγει να παραγάγει στα ελληνικά ή να μιλήσει με τους γύρω του στη γλώσσα. Αυτές οι έγνοιες δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να σχετίζονται με τη μετανάστευση και τον κοσμοπολιτισμό, καθώς και με την ανοιχτότητα/εξωστρέφεια του σύγχρονου ελληνόφωνου πολιτισμού, το κατά πόσο σχετίζεται με αγωνίες και συζητήσεις του παρόντος, το επίπεδο της καλλιτεχνικής παραγωγής και της σκέψης στα ελληνικά, τις επενδύσεις που γίνονται σ’ αυτές, το επίπεδο του γούστου του κοινού και τις απαιτήσεις/προσδοκίες όσων θέλουν να διαβάσουν/δουν κάτι ελληνικής προέλευσης.

Σε αντίθεση με άλλες χώρες, βλ. Γερμανία, η Ελλάδα δεν έχει καταστήσει τα ελληνικά ελκυστική επιλογή για όσους μεταναστεύουν προς αυτήν ή μετακινούνται ανάμεσα στις χώρες. Υπό αυτήν την έννοια χάνει. Χάνει ιστορίες, ραπ τραγούδια, θεατρικά έργα. Υπάρχουν, όμως, πολιτικές που μπορούν να στηρίξουν τη γλώσσα και που όταν εφαρμόζονται φέρνουν αποτέλεσμα εντός κι εκτός συνόρων, βάζουν φρένο σε μια εξουθενωτική ομογενοποίηση των πάντων. Παράλληλα, η ισχύς της γλώσσας σχετίζεται και με την πορεία της χώρας όπου κυρίως μιλιέται.

Πλάι σ’ αυτά, μεγάλη μερίδα των Ελλήνων καλλιτεχνών βλέπει τα ελληνικά σαν εμπόδιο. Θα ήθελαν να ζουν Νέα Υόρκη ή Ιλινόι ή κάπου αλλού, αλλά η μοίρα τούς έριξε στο κάτεργο των Βριλησσίων, να μιλούν τη γλώσσα που τελικά δεν είναι ούτε του Ομήρου ούτε του Ελύτη, αλλά κάτι που λες στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, όταν παίρνεις πεπόνια. Αυτή η γλώσσα ρίχνει σκιά σε φιλόδοξα projects που άπαξ και λάμβαναν χώρα στα αγγλικά ή χωρίς καθόλου λόγια, δεν θα γνώριζαν σύνορα, δεν θα είχαν ταβάνι. Sad. 

Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς γύρω απ’ αυτήν την αγωνία, ξεκινώντας από την ψυχολογία της αυτοαπέχθειας, για να καταλήξει σε ζητήματα πολιτισμικής ή οικονομικής ηγεμονίας, ήπιας ισχύος, ταυτότητας, αποικιοκρατίας κ.λπ. Αν ξεπεράσουμε τις εικασίες, όμως, το γεγονός παραμένει: ορισμένα δημιουργικά υποκείμενα δεν βρίσκουν λόγο να μιλήσουν ελληνικά, καθώς νομίζουν ότι αυτό είναι το εμπόδιο και δεν έγιναν Λάνθιμοι.  

Αυτό δεν σημαίνει ότι η γλώσσα κινδυνεύει ή μαραζώνει. Οσοι φωνάζουν πως κάτι κινδυνεύει, συνήθως θέλουν να σου πουλήσουν κάτι, π.χ. το λεξικό τους. Ούτε χρειάζεται -και, δυστυχώς, αυτό συμβαίνει πολύ- να βάλουμε τη γλώσσα σε γυάλα ή σε προθήκη, να την αποτελειώσουμε πια. Μπορούμε, όμως, να κάνουμε κάποιες σκέψεις γύρω από το γιατί τα ελληνικά ενδέχεται να μην είναι ελκυστικά. Φοβάμαι πως οι λόγοι δεν είναι αισθητικοί αλλά οικονομικοί, δηλαδή υλικοί.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT