Στην Ελλάδα μεταπολιτευτικά είχαμε κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα πολιτικά μέτωπα. Δηλαδή μια συσπείρωση ετερόκλητων δυνάμεων για την επίτευξη ενός στόχου. Και πάντα υπήρχε ένα κόμμα που ηγείτο αυτού του μετώπου. Ετσι, αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας συγκροτήθηκε ένα αντιδικτατορικό – δημοκρατικό μέτωπο, με βασικό εκφραστή τη νεοϊδρυθείσα Νέα Δημοκρατία, στο οποίο συμμετείχαν και η Ενωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις και, στο μέτρο των δυνάμεών της, και η ανανεωτική Αριστερά. Στη συνέχεια είχαμε το αντιδεξιό μέτωπο, που συμπυκνώθηκε στο σύνθημα «απόψε πεθαίνει η Δεξιά», με αποκλειστικό φορέα το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα. Το άλλο μεγάλο μέτωπο το είδαμε να εμφανίζεται το 2011 και ήταν το αντιμνημονιακό μέτωπο, που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, ηγετικό πολιτικό υποκείμενο αυτού του μετώπου. Βαδίζοντας προς το 2017 άρχισε να εμφανίζεται το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, με κυρίαρχη δύναμη τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία έκτισε ένα μπλοκ εξουσίας πάνω στην πλήρη απομυθοποίηση των προταγμάτων της Αριστεράς και στην απαίτηση να μην επιστρέψει στη διακυβέρνηση του τόπου. Διότι, όπως έλεγαν κορυφαία στελέχη της απειλητικά, «τη δεύτερη φορά θα είναι αλλιώς».
Τα κόμματα που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν «αντιμητσοτακικό μέτωπο» κατατρύχονται από εσωκομματικά προβλήματα, ενώ και οι γέφυρες μεταξύ τους είναι υπονομευμένες.
Σήμερα καταβάλλεται προσπάθεια να συγκροτηθεί το αντιμητσοτακικό μέτωπο, αλλά δεν υπάρχει το κόμμα που θα μπει μπροστά. Και ούτε διαφαίνεται τέτοια προοπτική στον ορίζοντα. Απεναντίας, τα κόμματα που θα μπορούσαν να το συγκροτήσουν κατατρύχονται από εσωκομματικά προβλήματα, ενώ και οι γέφυρες μεταξύ τους είναι υπονομευμένες λόγω του πρόσφατου παρελθόντος. Συνεπώς, ούτε το πνεύμα πρόθυμο ούτε η σαρξ δύναται. Η ομάδα, όσες προσπάθειες κι αν γίνονται από τα αποδυτήρια της πολιτικής, όχι μόνον δεν τραβάει, αλλά ούτε ενδεκάδα μπορεί να φτιάξει. Πολύ δε περισσότερο, να σκοράρει. Αλλωστε και οι αρχηγοί των κομμάτων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν το αντιμητσοτακικό μέτωπο είναι από αυτούς που δεν κερδίζουν – όπως έλεγε ο Ντίνος Ηλιόπουλος στην ταινία «Θανασάκης ο πολιτευόμενος» (1954) για τον πολιτευτή γαμπρό του, Βύρωνα Πάλλη.
Κάπου μέσα σ’ αυτό το σκηνικό ψάχνει χώρο για να «τρουπώσει» ο Αλέξης Τσίπρας. Θέλει να καταγραφεί στη συνείδηση των πολιτών ως ο μόνος που μπορεί να αντιμετωπίσει τον πρωθυπουργό. Το βασικό του όπλο, μέχρι στιγμής, είναι ο νόμος των πιθανοτήτων. Σου λέει, πέντε φορές έχασα από τον Μητσοτάκη, κάποια φορά θα τον κερδίσω. Δεν γίνεται όλο να με κερδίζει. Διότι δεν βλέπω να διαθέτει άλλο όπλο. Δεν διαθέτει ούτε πολιτική πλατφόρμα –και πολύ δύσκολα θα συγκροτήσει– και εξίσου δύσκολα θα βρει νέα πρόσωπα που θα πλαισιώσουν το εγχείρημά του. Είναι όμως ο μόνος που θα μπορούσε –και με «σπρώξιμο» από την παράγκα της πολιτικής– να ηγηθεί του αντιμητσοτακικού μετώπου όπου θα χωράνε «όλοι οι καλοί». Ονόματα δεν λέμε. Φιλόδοξη προσπάθεια, βούτυρο στο ψωμί του Μητσοτάκη. Το «γιατί» είναι τόσο κραυγαλέο, ώστε δεν χρειάζεται ανάπτυξη.

