Ο Ιταλός συγγραφέας Ουμπέρτο Εκο έγινε παγκοσμίως διάσημος για μυθιστορήματα όπως το «Εκκρεμές του Φουκώ» και το «Ονομα του ρόδου». Είχε γράψει όμως και πολλά πολλά άλλα πράγματα. Λίγοι ξέρουν, ας πούμε, ότι το 1942 είχε βραβευτεί με ένα τοπικό βραβείο για το δοκίμιο με τίτλο «Πρέπει να πεθάνουμε για τη δόξα του Μουσολίνι και το αθάνατο πεπρωμένο της Ιταλίας;». Ηταν δέκα χρόνων. Οπως όλα τα παιδάκια στη φασιστική Ιταλία, τέτοιες προσλαμβάνουσες είχε και τέτοια πράγματα καλούνταν να σκέφτεται.
Πολλά πολλά χρόνια μετά, το 1995, κι αφού είχε την ευκαιρία να ακούσει και να μάθει πολλά άλλα πράγματα, ο Εκο δημοσίευσε ένα άλλο δοκίμιο με τίτλο «Il fascismo eterno» (Ο αιώνιος φασισμός). Η λέξη «φασισμός» στην εποχή μας (αλλά και, όπως γράφει ο Εκο, και πριν από 30 χρόνια) έχει ξεχειλωθεί ως όρος. Στον δημόσιο διάλογο χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει, βασικά, ό,τι δεν μας αρέσει. Αυτή η ευελιξία πηγάζει και από ένα εγγενές χαρακτηριστικό του, που τον διαφοροποιεί από τους περισσότερους άλλους -ισμούς: το ότι δεν έχει ούτε υποτυπώδες ιδεολογικό περιεχόμενο που να είναι εύκολα αναγνωρίσιμο. «Ο Μουσολίνι δεν είχε ιδεολογία», γράφει ο Εκο, «είχε μόνο ρητορική».
Στον «Αιώνιο φασισμό», αξιολογώντας τα διάφορα (ενίοτε πολύ διαφορετικά μεταξύ τους) φασιστικά καθεστώτα –ξεκινώντας από τον ορίτζιναλ, ιταλικό φασισμό, μέσα στον οποίο μεγάλωσε– καταλήγει σε μια περιγραφή ευρύτερη. Σε κάτι που αποκαλεί «ur-fascism» ή «υπερφασισμό» ή «αιώνιο φασισμό». Ο φασισμός με αυτή την έννοια συνίσταται, λέει, σε 14 χαρακτηριστικά. Κάποια είναι προφανή. Αλλα είναι πιο απροσδόκητα. Ολα, όμως, είναι εύκολο να τα διακρίνει κανείς σε πολλές κοινωνίες και καθεστώτα σήμερα. Ας τα δούμε ένα ένα, συνοπτικά:
1. Μια εμμονή με την παράδοση, η ιδέα ότι «παλιά» τα πράγματα ήταν ιδανικά. Γι’ αυτό στόχος της κοινωνίας δεν είναι να πάει κάπου αλλού, παρακάτω – αλλά να επιστρέψει προς τα πίσω.
2. Η απόρριψη της προόδου και των σύγχρονων ιδεών ως κάτι κακού και «ξένου».
3. Η έμφαση στη δράση σε βάρος της σκέψης. Η υποβάθμιση της επιστήμης, της θεωρίας και της μελέτης. Τα πρότυπα είναι οι δρώντες, όχι οι σκεπτόμενοι.
4. Η υποβάθμιση του διαλόγου ως εργαλείου, η απαίτηση για υποταγή, η αποδοκιμασία κάθε διαφωνίας.
5. Ο διάχυτος και διαρκώς υποδαυλισμένος φόβος για οτιδήποτε διαφορετικό – που, φυσικά, παντού εκφράζεται με κοινούς τρόπους, όπως η ξενοφοβία και το μίσος για ξένους, μετανάστες και μειονότητες.
6. Η έμφαση στις αγωνίες της μεσαίας τάξης και ιδιαιτέρως η έμφαση των κινδύνων (αληθινών ή φανταστικών) που αισθάνονται από τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας.
7. Η έμφαση σε σκοτεινές συνωμοσίες και ιστορίες για φανταστικούς εξωτερικούς κινδύνους (ξένες χώρες, μετανάστες).
8. Μια τρομερή αντίφαση που εμφανίζεται σε όλα αυτά τα καθεστώτα: ότι οι κακοί εξωτερικοί εχθροί είναι εξαιρετικά ικανοί και πολύ επικίνδυνοι, έτοιμοι να μας επιτεθούν και να μας διαλύσουν, αλλά ταυτόχρονα είναι και ανίκανοι και κατώτεροι από «εμάς».
9. Η απόρριψη της ειρήνης ως δειλίας και συνθηκολόγησης. Η υιοθέτηση της ιδέας ότι βρισκόμαστε διαρκώς σε πόλεμο.
10. Η περιφρόνηση για τους αδύναμους και τους αβοήθητους (για κάθε είδους αδυναμία), που συνιστά ακόμα μια αντίφαση – καθότι τα καθεστώτα αυτά υποτίθεται ότι είναι, ταυτόχρονα, και ταγμένα κατά των ισχυρών «ελίτ».
11. Ο φετιχισμός του θανάτου ως ηρωικής πράξης.
12. Ο φετιχισμός της βίας με τη μεταφορά, όπως γράφει, «της πραγματικής, δύσκολης δουλειάς του πολέμου και του ηρωισμού στη σφαίρα της σεξουαλικότητας». Η έκφανση της ισχύος με τα χαρακτηριστικά της σωματικής βίας, στοιχείων χαρακτήρα που κρίνονται ως «αρσενικά», και ο διάχυτος σεξισμός είναι χαρακτηριστικά.
13. Ο «επιλεκτικός λαϊκισμός» που, όπως τον περιγράφει, θεωρεί πως «ο λαός» είναι ένα μονολιθικό ον, που μπορεί να έχει μια κοινή βούληση. Κάτι που, βεβαίως, είναι εντελώς αδύνατο σε οποιαδήποτε κοινωνία στον κόσμο. Αλλά αυτό το αφήγημα δεν υπάρχει για κανέναν άλλο λόγο από το να αναθέσει αυτοδίκαια στον δικτάτορα – ηγέτη την αποκλειστική αρμοδιότητα να ερμηνεύει την κοινή βούληση του λαού. Είναι άλλη μια αντίφαση που τα φασιστικά καθεστώτα χρησιμοποιούν για να αφαιρέσουν ισχύ και αρμοδιότητες από τους δημοκρατικούς θεσμούς.
14. Και, βέβαια, η γλώσσα. Η οργουελική «newspeak», η διαστρέβλωση όρων και λέξεων ώστε η ίδια η αλήθεια πια να είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του καθεστώτος.
Βεβαίως, ένα καθεστώς δεν χρειάζεται να έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά για να χαρακτηριστεί «φασιστικό». Αλλά αρκεί και μόνο να εμφανίζει ένα, λέει ο Εκο, για να αποτελέσει εύφορο έδαφος για την καλλιέργεια του φασισμού.
Το 1995, που έγραψε το δοκίμιό του, τα αυταρχικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης είχαν μόλις πέσει, η δημοκρατία εξαπλωνόταν και η παγκοσμιοποίηση έβγαζε εκατοντάδες εκατομμύρια Ασιάτες από την ακραία φτώχεια. Ηταν ένας άλλος κόσμος. Παρ’ όλα αυτά, ο Εκο προειδοποιούσε: «Ο αιώνιος φασισμός μπορεί να επιστρέψει. Το χρέος μας είναι να τον αποκαλύπτουμε, να επισημαίνουμε καθεμία από τις νέες του μορφές, κάθε μέρα, σε κάθε σημείο του κόσμου».

