Το ένα ποτό διαδέχεται το άλλο καθώς πέφτει η νύχτα στο αγαπημένο μπαρ του Χέμινγουεϊ στην Αβάνα, το La Floridita.
Ο Αμερικανός δημοσιογράφος του Esquire Ρόμπερτ Εμετ Τζίνα έχει απέναντί του τον 59χρονο νομπελίστα συγγραφέα και συζητούν για τα βιβλία του.
Η κουβέντα τους, την οποία παρακολουθούμε αυτή την εβδομάδα, συμπεριλήφθηκε στην πρόσφατη έκδοση «Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις» (μτφρ.: Χρήστος Καψάλης, εκδ. Key Books).
Αυτή ήταν όντως η τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο Χέμινγουεϊ. Τρία χρόνια μετά τίναξε τα μυαλά του στον αέρα (μπορεί και από λάθος, λέγεται εσχάτως, παίζοντας απρόσεκτα με τα όπλα του…).
Ο Τζίνα τον ρωτά αν το «Ο γέρος και η θάλασσα» (το τελευταίο σημαντικό βιβλίο του «Χεμ»· είχε κυκλοφορήσει το 1952) το επεξεργαζόταν πολλά χρόνια, όπως έγραφαν εφημερίδες και περιοδικά.
Η απάντηση του Χέμινγουεϊ είναι αρκούντως γειωτική. «Διάολε, όχι», λέει και, σκύβοντας προς τον Τζίνα και πάνω από την μπάρα, προσθέτει: «Είχα πάθει σηψαιμία, τον καιρό που έγραφα τον “Γέρο”. Το ξεπέταξα μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες. Το έγραψα για μια γυναίκα· δεν πίστευε ότι είχα πια τη δυνατότητα να γράψω. Φαντάζομαι της το απέδειξα. Πίσω από κάθε βιβλίο μου υπήρχε μια γυναίκα».
Εδώ έχουμε ξανά την εικόνα του πολύ «μάτσο», αρρενωπού συγγραφέα που ισχυρίζεται ότι μπορεί να γράφει αριστουργήματα μέσα από «ξεπέτες». Κι ότι, βέβαια, το έκανε για να αποδείξει σε μια γυναίκα πόσο ικανός είναι ακόμα…
Ο Τζίνα σοκάρεται, όπως παραδέχεται ο ίδιος. Οχι μόνο με αυτό το σχόλιο αλλά και με άλλα σχόλια του «Χεμ», όταν μιλάει πικρόχολα για ένα μέλος της οικογένειάς του, «όμως ακόμη και σε αυτή την περίπτωση μιλούσε με τόνο λογικό, πράγμα που καθιστούσε τα σχόλιά του ακόμη πιο ανησυχητικά μέσα στην απόλυτη βεβαιότητά τους». Καθώς πέφτει το σκοτάδι, η Μαίρη, σύζυγος του συγγραφέα, τον πείθει να επιστρέψουν στο κτήμα τους. Ο Χέμινγουεϊ αφήνει ένα ωραίο δώρο στον δημοσιογράφο, μαζί με ένα φιλικό σημείωμα.
«Συγκινήθηκα και αισθάνθηκα ευγνώμων, όμως, όταν προσπάθησα να τον ευχαριστήσω, εκείνος στράφηκε προς τον μπάρμαν ζητώντας του να ετοιμάσει δυο ποτά για τον δρόμο της επιστροφής στη φάρμα του».
Το ανδρόγυνο μπαίνει στο καμπριολέ αυτοκίνητό του, στο πίσω κάθισμα για την ακρίβεια, για να τους οδηγήσει ένας σοφέρ στην εξοχή. Ο Χέμινγουεϊ κρατούσε τα ποτά στα χέρια.
Ο Τζίνα κάθισε μόνος να τελειώσει το ποτό του. «”Ωραίος τύπος”», σχολίασε ένας νεαρός Αμερικανός αεροπόρος, οπότε του απάντησα: “Αυτό είναι αλήθεια”, κι έσπευσα να επιστρέψω στο γραφείο μου».

