Χίλιες λέξεις τη μέρα

2' 5" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σην τελευταία συνέντευξη της ζωής του, που δόθηκε στην Κούβα το 1958 και περιλαμβάνεται στην πολύ πρόσφατη έκδοση «Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις» (μτφρ.: Χρήστος Καψάλης, εκδ. Key Books), ο Χέμινγουεϊ αρνείται να μιλήσει για τον τρόπο που γράφει· στην πορεία όμως γίνεται λαλίστατος.

«Η δουλειά προχωράει αρκετά καλά», λέει στον Αμερικανό δημοσιογράφο του Esquire, Ρόμπερτ Εμετ Τζίνα. «Ξεκινάω στις επτά, παίρνω το πρωινό μου γύρω στις οκτώ και μισή, επιστρέφω στη δουλειά στις εννιά, σταματάω για μεσημεριανό και ύστερα συνεχίζω μετά το φαγητό. Γράφω υπερβολικά πολύ μέσα σε μια μέρα. Σήμερα έπιασα τις 1.000 λέξεις. Υπερβολικά πολύ. Πρέπει να συγκρατώ τον εαυτό μου. Ομως, προσπαθώ να το ολοκληρώσω. Θέλω να πάω στην Ισπανία και την Αφρική».

Λέγαμε στα προηγούμενα σημειώματα αυτής της εβδομάδας πως τρία χρόνια πριν από τον πρόωρο θάνατό του, ο 59χρονος Χέμινγουεϊ εμφανίζεται πιο εύθραυστος, λιγότερο αλαζονικός – σίγουρα πιο ανθρώπινος και πιο συμπαθητικός συγκριτικά με την εικόνα που αναδυόταν από παλαιότερες συνεντεύξεις του.

Η συγκεκριμένη συνέντευξη συνεχίζεται την επομένη, στο μπαρ La Floridita, στην Αβάνα· ο Τζίνα κάθεται στη γωνία της μπάρας, κάτω από το «γενειοφόρο, μπρούτζινο μπούστο του Ερνεστ Χέμινγουεϊ», πίνοντας ένα «εκπληκτικό, παγωμένο ντάκιρι».

Λίγο αργότερα κάνει την εμφάνισή του ο συγγραφέας με τη Μέρι, τη γυναίκα του. Ο «Χεμ» παραγγέλνει ουίσκι «με μια φλοίδα τσακισμένο λεμόνι και λίγο πάγο». Κάποια στιγμή εμφανίζεται και ο γιος του, ο Τζακ (που είχε αποκτήσει με την πρώτη του γυναίκα, τη Χάντλεϊ Ρίτσαρντσον). Ο Τζακ έχει εγκατασταθεί κι αυτός στην Κούβα και εργάζεται ως χρηματιστής – επάγγελμα που εντυπωσιάζει τον δημοσιογράφο («μου φάνηκε απίθανα αταίριαστο για τον γιο του Ερνεστ Χέμινγουεϊ»).

Συγγραφέας και δημοσιογράφος συζητούν για το ψάρεμα πέστροφας, για τη στρατιωτική ιστορία, για τη λογοτεχνία, κι όταν ο Χέμινγουεϊ ρωτάει τον Τζίνα ποια λογοτεχνικά βιβλία ξεχώρισε που να είχαν θέμα τους τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο τελευταίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, το κλασικό πια σήμερα «Οι γυμνοί και οι νεκροί» του Νόρμαν Μέιλερ.

«Σκατά», λέει αμέσως ο Χέμινγουεϊ, ο οποίος είχε απαξιώσει το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Μέιλερ (που τον κατέστησε διάσημο) από την εποχή που είχε κυκλοφορήσει, το 1948. Αλλά γρήγορα «μαζεύεται»: ίσως πρέπει να το διαβάσει ξανά, παραδέχεται. «Μπορεί να μου φανεί αλλιώς, ε; Είναι καλό, λες;».

Οταν ο Τζίνα μνημονεύει έναν κριτικό λογοτεχνίας, τον Βαν Γουίκ Μπρουκς, ο οποίος ισχυριζόταν πως ο Χέμινγουεϊ δεν μεγάλωσε ποτέ και ότι ακόμη «παίζει με στρατιωτάκια», ο συγγραφέας απαντάει: «Ο Μπρουκς με θεωρεί χαμένο κορμί».

Η συζήτηση πάει σύντομα στα δικά του βιβλία· και εκεί γίνεται πιο εξομολογητικός. Η συνέχεια αύριο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT