«Τον Μάιο του 1958 έφτασα στην Αβάνα αποφασισμένος να μιλήσω με τον Χέμινγουεϊ, ελπίζοντας να τον πείσω να εμφανιστεί στην τηλεόραση, προκειμένου να παραχωρήσει συνέντευξη», γράφει ο δημοσιογράφος Ρόμπερτ Εμετ Τζίνα. Για να πείσει τον «Χεμ» να δεχθεί, παίρνει μαζί του ως δείγμα το φιλμ συνέντευξης με τον Ιγκόρ Στραβίνσκι και ένα μπουκάλι Magnum του Chateau Latour του 1937.
Ενα «αποπνικτικό κουβανέζικο απόγευμα» πηγαίνει περίπου αυθαίρετα στο κτήμα του συγγραφέα. Δεν έχει λάβει καμία διαβεβαίωση ότι θα τον δεχθεί.
Κάποια στιγμή τον βλέπει· «φορούσε ένα κάπως κουρελιασμένο σορτσάκι, ένα αθλητικό πουκάμισο ανοιχτό ώς τη μέση, και ήταν ξυπόλυτος». Η συμπεριφορά του Χέμινγουεϊ είναι «σχεδόν οδυνηρά ντροπαλή». Ο τόνος του, απολογητικός. Εργάζεται «υπερεντατικά», αποφεύγει να μιλάει για το γράψιμο διότι έτσι είναι σαν να «του αφαιρεί κάτι» κτλ.
Στην πραγματικότητα, έχει ήδη ξεκινήσει η συνέντευξη, η οποία θα δημοσιευθεί μετά τον πρόωρο θάνατό του στο περιοδικό Esquire και σήμερα μπορούμε να τη διαβάσουμε στα ελληνικά χάρη στην πρόσφατη έκδοση «Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις» (μτφρ.: Χρήστος Καψάλης, εκδ. Key Books).
Κάποια στιγμή ο Τζίνα λέει στον συγγραφέα ότι ετοιμάζει ένα αφιέρωμα για το περιοδικό με θέμα τα δέκα καλύτερα μπαρ σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Χέμινγουεϊ απορεί. «Πώς θα μπορούσε κανείς να καταλήξει σε μια τέτοια λίστα;». Αμέσως όμως αρχίζει να απαριθμεί μερικά: το Ritz στο Παρίσι, το Harry’s Bar στη Βενετία, το Costello’s στη Νέα Υόρκη, το La Floriditta στην Κούβα. Επειτα θυμάται πως κι εκείνος είχε δουλέψει στο Esquire, το 1936. «Μου έδωσαν χίλια δολάρια για τα “Χιόνια του Κιλιμάντζαρο”».
Ο Τζίνα γράφει πως κάποια στιγμή αισθάνθηκε «όπως ένας ναυτικός που είχε πιάσει κουβέντα με τον άνεμο». Πράγματι· η κουβέντα δεν δείχνει να πηγαίνει πουθενά.
Ενας μικρός εφιάλτης για κάθε δημοσιογράφο. Λέω «μικρός» διότι, εντάξει, απέναντί σου έχεις έναν νομπελίστα συγγραφέα, έναν ζωντανό θρύλο της εποχής εκείνης. Ηδη έχεις δηλαδή ένα στέρεο έδαφος κάτω από τα πόδια σου για να «τσουλήσει» ακόμα και μια συνέντευξη που μοιάζει χαοτική.
Ο Τζίνα παρατηρεί τον χώρο. Το σπίτι, λέει, είχε «μια ατμόσφαιρα σπιτικής, απροσποίητης θαλπωρής· ανέδυε την άμεση παρουσία ενός ενοίκου ο οποίος ήταν άνθρωπος των γραμμάτων και ταυτόχρονα άνθρωπος της δράσης».
Ο Χέμινγουεϊ του προτείνει να πιουν εκλεκτό ισπανικό κρασί. Καθώς πίνουν οι δύο άνδρες, συμφωνούν ότι η κινηματογραφική μεταφορά του «Χιόνια του Κιλιμάντζαρο» ήταν άθλια. (Αλήθεια είναι: πρέπει να είναι μια από τις χειρότερες ταινίες του Γκρέγκορι Πεκ).
Η εικόνα του Χέμινγουεϊ εδώ είναι αυτή ενός ανθρώπου ο οποίος, όσο κι αν το παλεύει μέσα του, το έχει «κάψει». Στα 59 του; θα ρωτήσει εύλογα κάποιος. Ομως ο Χέμινγουεϊ έζησε στα άκρα και πολύ συμπυκνωμένα. Η συνέχεια αύριο.

