Ενα απέραντο στρατόπεδο

2' 6" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Γιατί η δολοφονία του Τζορτζ Πολκ στην εμφυλιοπολεμική Θεσσαλονίκη του 1948 συνεχίζει να συναρπάζει;

Η απάντηση είναι περιφραστική αλλά και απλή: ξένος δημοσιογράφος, και μάλιστα Αμερικανός (τη χρονιά που η αμερικανική βοήθεια αποκτά μεγάλες διαστάσεις), αναζητά έναν από τους ηγέτες των ανταρτών κάπου στο βουνό σε μια χώρα που βιώνει αιματηρό εμφύλιο. Παράλληλα, έχει εντοπίσει ατασθαλίες ως προς τη διαχείριση της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας από την ελληνική κυβέρνηση. Δολοφονείται άγρια, το πτώμα του βρίσκεται να επιπλέει, δεμένο χειροπόδαρα, στον Θερμαϊκό, με μια σφαίρα σφηνωμένη στο κεφάλι. Ποιος τον σκότωσε; Και γιατί;

Σε μια πόλη χαφιέδων, πρακτόρων, χωροφυλάκων και στρατιωτικών, με τις πολεμικές επιχειρήσεις να μαίνονται γύρω από αυτήν, ένας Ελληνας δημοσιογράφος, ο Γρηγόρης Στακτόπουλος, στοχοποιείται από τις αρχές ως βασικός ύποπτος για τον φόνο. Το κίνητρο είναι απλό: οι κομμουνιστές δολοφόνησαν τον Αμερικανό δημοσιογράφο. Η δίκη του Στακτόπουλου είναι ένα κεφάλαιο από μόνη της, για το πώς «στήθηκε» στην ουσία, ούσα διάτρητη από κενά και αντιφάσεις.

Ενας άλλος Ελληνας δημοσιογράφος, ο Γιάννης Μαρής, που καλύπτει τότε την υπόθεση, ψυχανεμίζεται πως κάτι άλλο τρέχει: οι έρευνες του Πολκ ενοχλούσαν βαθύτατα τις αρχές – χώρια το ότι ήθελε να πάρει συνέντευξη από τον στρατιωτικό ηγέτη των ανταρτών.

Είναι μια ιστορία που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει επινοήσει ένας μυθιστοριογράφος. Οριστική δε απάντηση στα ερωτήματα που προέκυψαν δεν δόθηκε ποτέ στην ουσία. Είδαμε στα προηγούμενα σημειώματα, παρακολουθώντας το βιβλίο «Ο Γιάννης Μαρής για την υπόθεση Πολκ / Γιάννης Μαρής: Ποιος σκότωσε τον Πολκ;» (εκδ. Αγρα) του Γιώργου Α. Λεονταρίτη, ότι ο Στακτόπουλος έκανε πολλά χρόνια φυλακή. Το 1977 αιτήθηκε αναψηλάφηση της δίκης, δεν τα κατάφερε και εν τέλει πέθανε αδικαίωτος.

Ο Μαρής ήταν, βεβαίως, δημοφιλής και ιδιαίτερα επιδραστικός συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Θα μπορούσε να είχε γράψει ο ίδιος την «υπόθεση Πολκ» αλλά, όπως εύστοχα γράφει ο Γ. Λεονταρίτης, αυτή τη φορά έζησε ο ίδιος μέσα στην πλοκή –και την πλεκτάνη– μιας αληθινής μυθιστορηματικής υπόθεσης – συχνά δε με κίνδυνο: είδαμε πώς τον παρακολουθούσε ο Μουσχουντής, ο πανίσχυρος τότε αρχηγός της αστυνομίας στη Θεσσαλονίκη.

Το νέο αυτό βιβλίο του Γ. Λεονταρίτη διαβάζεται, κατά το γνωστό κλισέ, σαν μυθιστόρημα. Κυρίως όμως αναδεικνύει κάτι άλλο: το πόσο ζοφερά χρόνια ήταν εκείνα για την Ελλάδα. Πόσο σκοτεινή εποχή ήταν εκείνη, πόσο επικίνδυνη σχεδόν για τον οποιοδήποτε.

Είναι κάτι που το ξεχνάμε εύκολα. Εβδομήντα μόλις χρόνια πριν, η χώρα ήταν ένα απέραντο στρατόπεδο χωρίς συρματοπλέγματα. Μπορεί σε εμάς σήμερα όλο αυτό, με τους μυστηριώδεις φόνους, να έχει κάτι το συναρπαστικό όμως, θα το πούμε για πολλοστή φορά, για τους ανθρώπους που ζούσαν τότε η Ιστορία δεν ήταν παρά κάτι αφόρητο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT