Χθες βράδυ είδε στον ύπνο της ότι περπατούσε στο αμπέλι. Τα κλήματα ήταν φορτωμένα με σταφύλια, Μοσχάτα και Φωκιανά. Εκοβε τα ώριμα μ’ ένα μαχαίρι και τα έβαζε στο καλάθι της· ξύπνησε νιώθοντας το βάρος του στο χέρι της. Περίεργο… Πού το θυμήθηκε τόσα χρόνια μετά; Ζούσε ακόμα η γιαγιά όταν το ξερίζωσαν, δική της απόφαση ήταν κι ας είχε μεγαλώσει τους γιους της με τους καρπούς του όταν χήρεψε. «Εγώ γέρασα, δεν έχω δυνάμεις. Εσείς έρχεστε μόνο το καλοκαίρι, όμως το αμπέλι θέλει να είσαι δούλος του όλο τον χρόνο: σκάλισμα, κλάδεμα, θειάφισμα, κορφολόγημα, τρύγος, πώς να τα κουλαντρίσω με δυο χέρια;», είχε δικαιολογηθεί την παραμονή της καταστροφής. Το επόμενο πρωί μια θηριώδης μπουλντόζα μπήκε στο κτήμα σαρώνοντας τα πάντα.
Κάθε φορά που επιστρέφει στο νησί περίπου την ίδια αίσθηση έχει: μιας αναπότρεπτης αλλαγής, ολοκληρωτικής και αμετάκλητης. Τα σπίτια, οι γειτονιές, τα τοπία, οι παραλίες των παιδικών της χρόνων δεν υπάρχουν πια. Ή, μάλλον, δυσκολεύεται να τα αναγνωρίσει. Ολα της φαίνονται οικεία και ξένα ταυτόχρονα. Κι όχι γιατί είναι πιο μοντέρνα και πιο τουριστικά, προσανατολισμένα στα κέρδη «της σεζόν» –άλλωστε έχει ακόμα ανέγγιχτες γωνιές το νησί–, αλλά γιατί λείπουν οι άνθρωποι που τα έκαναν τόσο αγαπημένα.
Τέτοιες μέρες, στο χωριό, οι οικογένειες είχαν ολοκληρώσει το μάζεμα των χαρουπιών και ετοιμάζονταν για τη συγκομιδή των αμυγδάλων. Τα πιτσιρίκια περίμεναν με ανυπομονησία πότε θα ανέβουν στην καρότσα του πράσινου τρίκυκλου Mazda του κυρ Σταμάτη για να τα πάει στη θάλασσα και τα μεσημέρια ξεκοκάλιζαν αχόρταγα βιβλία και περιοδικά. Ο παππούς τα απογεύματα, πριν πάει για καφέ και πρέφα στο καφενείο, έφευγε για το Μεγάλο Ρέμα, να ποτίσει τις νέες ελιές που είχε φυτέψει, τα στερνοπούλια του, όπως έλεγε. Η μαμά και η γιαγιά έκαναν τις τελευταίες πρόβες στην κυρία Λίτσα, τη μοδίστρα, για τα φορέματα που κάθε χρόνο έραβαν για τον Δεκαπενταύγουστο, με ύφασμα που είχε στείλει ο θείος από την Αυστραλία και πατρόν από το Burda.
Συγχωρεμένοι πια όλοι, γελαστά πρόσωπα σε παλιές φωτογραφίες. Εχει στερεώσει μερικές ο πατέρας στα τζαμάκια του επίπλου της κουζίνας. Στέκεται μπροστά τους, το βλέμμα του άλλοτε σκοτεινιάζει, άλλοτε φωτίζεται. «Θυμάσαι; Τότε που…» της λέει κάθε τόσο. Θυμάται. Πώς μπορεί να ξεχάσει τα παιδικά της χρόνια, την πρώτη της πατρίδα; Αυτήν που, όσο περνούν τα χρόνια, νοσταλγεί ολοένα και περισσότερο, ειδικά τα καλοκαίρια;

