Ενα μεσημέρι του Ιανουαρίου του 1948, διαδραματίζεται στην Αθήνα η εξής σκηνή: στο καφενείο του Ζαχαράτου, ο Γιάννης Μαρής πίνει τον καφέ του παρέα με τον ποινικολόγο και ιδρυτικό στέλεχος της ΕΔΑ, τον Σταύρο Κανελλόπουλο. Σε ένα κοντινό τραπέζι, ένας ψηλός, ξανθός άνδρας συζητά μεγαλόφωνα με άλλους ξένους ανταποκριτές.
«Τον ξέρεις αυτόν;», ρωτά κάποια στιγμή ο Κανελλόπουλος τον Μαρή. «Είναι ο Αμερικανός δημοσιογράφος Πολκ. Είναι απ’ αυτούς που ψάχνουν να βρουν τρόπο να φθάσουν στον Μάρκο…».
Ο Μαρής δεν θα δώσει ιδιαίτερη σημασία· εκείνη τη στιγμή αγνοεί με πόσους τρόπους θα συνδεθεί λίγους μήνες μετά η ζωή του με τον «ψηλό, ξανθό» Αμερικανό. Τη σκηνή περιγράφει ο δημοσιογράφος Γιώργος Α. Λεονταρίτης στο πρόσφατο βιβλίο του «Ο Γιάννης Μαρής για την υπόθεση Πολκ / Γιάννης Μαρής: Ποιος σκότωσε τον Πολκ;» (εκδ. Αγρα).
Πάντως, ο Μαρής είναι ήδη αρκετά υποψιασμένος: έχει γνωρίσει τον Ζερμέν Ριγκάλ, τον Γάλλο ανταποκριτή της Humanite, ο οποίος κατάφερε να πάρει συνέντευξη από τον Βαφειάδη. Ο τελευταίος παίζει στη συνέντευξη αυτή το χαρτί του συμβιβασμού με στόχο την κατάπαυση του πυρός. Αλλά ο Ψυχρός Πόλεμος είναι θερμότατος σε αυτή τη φάση. Κυρίως, ο αμερικανικός παράγοντας δεν επιθυμεί κανέναν συμβιβασμό παρά μόνο τη συντριβή των κομμουνιστών.
Αποτέλεσμα, ο Ριγκάλ απελαύνεται με συνοπτικές –και μάλλον άκομψες– διαδικασίες από την ελληνική κυβέρνηση. Ο Ριγκάλ είναι κομμουνιστής, σε μια εποχή κατά την οποία οι κομμουνιστές στη Γαλλία είναι η πρώτη πολιτική δύναμη. Η ελληνική πλευρά τον απελαύνει βίαια – όμως δεν τον αγγίζει.
Ο Πολκ δεν είναι κομμουνιστής, είναι φιλελεύθερος (που εκείνη την εποχή στην Ελλάδα δεν διέφερε και πολύ από το να είσαι κομμουνιστής) και, κυρίως, είναι ενοχλητικός: σκάλιζε επίμονα το πώς διαχειριζόταν η ελληνική κυβέρνηση τα χρήματα της αμερικανικής βοήθειας. Και είχε βρει πράγματα…
«Ελληνική κυβέρνηση, λοιπόν, και Αμερικανοί –κυρίως στρατιωτικοί– είχαν λόγους να βγάλουν από τη μέση τον Πολκ», γράφει ο Γ. Λεονταρίτης.
Το 1977, ο Ελληνας δημοσιογράφος θα γνωρίσει τον Βαφειάδη, που τόσο ήθελε να συναντήσει το 1948 ο Πολκ. Είναι κατηγορηματικός: ποτέ δεν ενημερώθηκε κανείς τους στο βουνό για την επιθυμία του Πολκ για συνέντευξη, τη δολοφονία του την έμαθε από το ραδιόφωνο της Αθήνας, πίστευε δε (όπως και το Κόμμα) ότι τη δολοφονία την διέπραξε η βρετανική Ιντέλιτζενς Σέρβις.
Ομως το μοιραίο πρόσωπο στην υπόθεση δεν ήταν άλλο από τον Γρηγόρη Στακτόπουλο, «θύμα μιας τρομερής σκευωρίας, προκειμένου να τον συνδέσουν άμεσα με τον φόνο του Πολκ». Η συνέχεια αύριο.

