«Αντικείμενο Ελιτιστής 1» ήταν η κωδική ονομασία που είχε δώσει η StB, η μυστική αστυνομία της κομμουνιστικής Τσεχοσλοβακίας, στον Κούντερα μετά το 1968. Στην Πράγα, η Γαλλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Φλοράνς Νουαβίλ ανασύρει σήμερα από τα κρατικά αρχεία φωτογραφίες που είχαν τραβήξει κρυφά οι πράκτορες του καθεστώτος.
Εχουμε την ευκαιρία να τις χαζέψουμε στο βιβλίο της «Μίλαν Κούντερα. “Γράψιμο… Τι ιδέα κι αυτή!”» (μτφρ.: Γιάννης Η. Χάρης, εκδ. Εστία). «Το καθεστώς έβλεπε τον Κούντερα σαν άτομο όχι συνηθισμένο, έναν τύπο πανέξυπνο αλλά “αντισυμβατικό” και ανοιχτά επικριτικό απέναντι στο καθεστώς. Ανεξέλεγκτο, άρα επικίνδυνο», διαβάζουμε στο βιβλίο της Νουαβίλ.
Το 1974, η StB «αρχίζει και δεν σταματάει λεπτό: τον παρατηρεί προσεχτικά, τον ακούει, τον παίρνει από πίσω, σημειώνει κάθε του διαδρομή, καταχωρίζει τις συναντήσεις του, εν ολίγοις καταγράφει και τα παραμικρότερα γεγονότα και κινήσεις μαζί και τα πιο επουσιώδη εκ πρώτης όψεως. (…) Συνολικά, μαθαίνουμε ότι τον Κούντερα τον παρακολουθούσαν συνεχώς πέντε άτομα». (Το καθεστώς παρακολουθεί, ήδη από τη δεκαετία του ’60, και τη γυναίκα του, Βέρα.)
Το 1969, ο Κούντερα τελειώνει το δεύτερο μυθιστόρημά του «Η ζωή είναι αλλού». «Αυτή η γελοία στάση του νεαρού, που είναι εντελώς απασχολημένος με τον εαυτό του και τη μελλοντική του δόξα, δίνει στον Κούντερα την ευκαιρία για μερικές εξαίσιες χιουμοριστικές σελίδες». Φυσικά, το βιβλίο αποσύρεται από τα βιβλιοπωλεία έπειτα από εντολή του καθεστώτος.
Το 1972, ο Κούντερα ολοκληρώνει το μυθιστόρημα «Το βαλς του αποχαιρετισμού», αλλά είναι αδύνατον να βρει εκδότη. Οτιδήποτε δικό του αποσύρεται από τα βιβλιοπωλεία. Δουλειά δεν έχει. Το σκηνικό θα το μεταφέρει, σε παραλλαγή, στο πιο διάσημο, μεταγενέστερο, μυθιστόρημά του, την «Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης».
Για να ζήσει, γράφει με ψευδώνυμο ωροσκόπια. Αστείο δεν είναι; Αυτός που δεν πιστεύει σε τίποτα τέτοιο, γράφει χιλιάδες ωροσκόπια έναντι πενιχρής αμοιβής. Ταιριάζει στον Κούντερα, τον χιουμορίστα, τον είρωνα, τον οπαδό της κωμωδίας της ανθρώπινης τραγωδίας.
Είναι τα χρόνια του αποκλεισμού. Ακύρωση χαρακτήρα πολύ πριν η έννοια αυτή γίνει του συρμού στις μέρες μας. Γράφει το «Βαλς» στον –άπλετο– ελεύθερο χρόνο του, αυτός ένας συγγραφέας χωρίς αναγνώστη, και το κάνει με απρόσμενο κέφι. Οπως θα εξομολογηθεί χρόνια μετά, ποτέ δεν έγραψε με τόση ευχαρίστηση κανένα άλλο βιβλίο του. «Απολάμβανα τη φαντασία που καταργούσε τα σύνορα ανάμεσα στο πιθανό και το απίθανο, ανάμεσα στο σοβαρό και το ασόβαρο. Απολάμβανα τα πρόσωπα του έργου. Τα αγάπησα όλα ανεξαιρέτως!», θα πει χρόνια αργότερα.
Οταν το 1975 θα καταφέρει να φύγει με τη Βέρα στη Γαλλία, είναι σίγουρος πως δεν θα ξαναγράψει τίποτα ποτέ ξανά…

