Οταν το 1967 ο Κούντερα μιλάει δημοσίως για φιλελευθεροποίηση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Τσεχοσλοβακίας, εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Το αστείο». Χωρισμένο στα αγαπημένα επτά μέρη που συνήθως χωρίζει τα βιβλία του, το μυθιστόρημα παραπέμπει, πλαγίως έστω, στο πώς διαγράφηκε ο συγγραφέας από το Κόμμα στα νιάτα του. Ο ήρωάς του κάνει ένα αστείο με αναφορές στον Τρότσκι, η κοπέλα του το μοιράζεται με ιθύνοντες του Κόμματος, και το όλο πράγμα στραβώνει άσχημα γι’ αυτόν.
Δεδομένου ότι το «Αστείο» έγινε γνωστό στη Γαλλία τη χρονιά της σοβιετικής εισβολής στην Τσεχοσλοβακία, το 1968 (σε τόσο κακή μετάφραση, που ο συγγραφέας δεν θα ξεπεράσει ποτέ το… τραύμα και έκτοτε θα επιμελείται ο ίδιος προσωπικά τις μεταφράσεις των βιβλίων του), το μυθιστόρημα θεωρήθηκε «καταγγελία των φρικαλεοτήτων του σταλινισμού», όπως γράφει η Φλοράνς Νουαβίλ στο βιβλίο της «Μίλαν Κούντερα. “Γράψιμο… Τι ιδέα κι αυτή!”» (μτφρ.: Γιάννης Η. Χάρης, εκδ. Εστία).
Κάπως έτσι, από τη μία στιγμή στην άλλη, η Δύση φοράει στον Κούντερα το προσωπείο του αντικαθεστωτικού. Γράφει η Νουαβίλ: «Μάταια διαμαρτύρεται [ο Κούντερα] ότι δεν είναι μαχητής ούτε αντιφρονών ούτε αντικαθεστωτικός, είναι μυθιστοριογράφος, και μ’ αυτή την ιδιότητα, όπως ακριβώς ο Χέμινγουεϊ, δεν μεταφέρει κάποιο μήνυμα (“για μηνύματα απευθυνθείτε στα ταχυδρομεία”), δεν θα εισακουστεί ποτέ. Ή ελάχιστα».
Το 1985, όμως, ο Κούντερα εκμυστηρεύεται στον Φρανσουά Ρικάρ, δεινό μελετητή του έργου του: «Σήμερα τα μηρυκαστικά της επικαιρότητας έχουν ξεχάσει από καιρό την Ανοιξη της Πράγας καθώς και τη ρωσική εισβολή. Χάρη σ’ αυτήν τη λήθη το “Αστείο” θα μπορέσει να ξαναγίνει επιτέλους αυτό που ήθελε να είναι πάντα: μυθιστόρημα και μόνο μυθιστόρημα».
Ο Κούντερα σιχαίνεται τα «μηνύματα» στα μυθιστορήματα. Ή τα μυθιστορήματα «με μηνύματα». Στα μυθιστορήματα που αξίζουν τα λεφτά τους βλέπει μια μίμηση ζωής, με τις αντιφάσεις της και τις λεπτές αποχρώσεις της και, κυρίως, την αμφισημία της.
Ωστόσο, η πολιτική στάση τον αφορά. Και θα φανεί το 1968. Πιστεύει ακόμα σε έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο», πως «ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό ήταν εφικτός ένας άλλος δρόμος», πιστεύει στην «κουλτούρα εναντίον της δικτατορίας», εναντιώνεται στον Βάτσλαβ Χάβελ, ο οποίος «δεν αποδέχθηκε ποτέ το κομμουνιστικό ιδεώδες» (η αντιπαλότητα ανάμεσα στους δύο άνδρες θα κρατήσει για δεκαετίες).
Η ουσία είναι ότι μετά τη συντριβή της Τσεχοσλοβακίας από τους Σοβιετικούς, ο Κούντερα διώκεται. Χάνει τη θέση του στην Ακαδημία Κινηματογράφου, δεν μπορεί να βρει πουθενά δουλειά, το «Αστείο» απαγορεύεται, τα βιβλία του δεν εκδίδονται και, φυσικά, παρακολουθείται από τη μυστική αστυνομία.

