Λίγο πριν φύγει από τη ζωή ο πατέρας μου, είχε μοιραστεί μια σκέψη στην οποία τότε, πριν από επτά, πια, χρόνια, δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία: «Με τη μητέρα σας είχαμε προλάβει την καλύτερη εποχή της Αθήνας». Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι της γενιάς της Κατοχής. Γεννημένοι πριν από τον πόλεμο, ενηλικιώθηκαν με την Απελευθέρωση ή λίγο μετά, στα αποκαΐδια του εμφύλιου σπαραγμού. Γνώρισαν τη ζωή και τον έρωτα στο λυκαυγές του μεταπολεμικού κόσμου, σε συνθήκες οικονομικής στέρησης αλλά και μεγάλων προσδοκιών για το μέλλον που ξεπρόβαλλε με ορμή, κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά.
Αλλά για τη δική μου τη γενιά, οι δεκαετίες του ’50 και του ’60 είναι συνυφασμένες με την καταστροφή της Αθήνας, τη σαρωτική επικράτηση της πολυκατοικίας και όλα όσα ξέρουμε για την έλλειψη σχεδιασμού της επόμενης μέρας. Πώς ήταν δυνατόν για τον πατέρα μου αυτά να ήταν τα καλύτερά τους χρόνια;
Η εξιδανίκευση πολλές φορές ταυτίζεται με την ηλικία· κυρίως νοσταλγούμε την περίοδο της νεότητας, σπάνια ακούμε κάποιον να αναφωνεί «τι θαυμάσια που είναι όλα τώρα που έγινα 85». Ωστόσο, ο πατέρας μου δεν αναφερόταν μόνο στην ανεμελιά των νεανικών του χρόνων. Δεν ταύτιζε την «ωραία Αθήνα» με τη νεοκλασική Αθήνα, όπως πολλοί κάνουμε σήμερα. Συχνά οι αναφορές του σχετίζονταν με την κορύφωση της ανοικοδόμησης, τις νέες ανέσεις, τις διακοπές, τα ταξίδια στο εξωτερικό. Μιλούσε για κάτι άλλο, που δεν μπορούσα να συλλάβω.
Η έλλειψη προσδοκιών για το μέλλον μπορεί να μην είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά εδώ μακροημερεύει επικίνδυνα.
Κάνοντας ένα άλμα στον χρόνο, διαπιστώνω ότι υποβόσκει στις μέρες μας ένα άλλο, παράλληλο κύμα νοσταλγίας για τον μη ψηφιακό, αναλογικό κόσμο, που οι γεννημένοι πριν από το 1985 θυμόμαστε ξεκάθαρα και πολλές φορές αποτελεί σημείο αναφοράς των πιο τρυφερών αναμνήσεών μας. Και όσο πιο πίσω πας στον χρόνο, τόσο το κύμα αυτό φουσκώνει. Τότε «που οι άνθρωποι μιλούσαν και δεν ήταν καρφωμένοι σε μια οθόνη», τότε «που όλη η γειτονιά έπαιζε στον δρόμο», τότε που μια νέα ταινία ή ένα καινούργιο τραγούδι αποτελούσε πολιτισμικό και κοινωνικό γεγονός.
Και πάλι το φίλτρο της ηλικιακής «παραχάραξης» της πραγματικότητας παραμονεύει, αλλά αν κάνουμε τον κόπο να δούμε τι ενώνει αυτά τα δύο παράλληλα κύματα νοσταλγίας θα παρατηρήσουμε κάτι ενδιαφέρον: τόσο η δεκαετία του ’60 όσο και η δεκαετία του ’80 υπήρξαν χρονικές κορυφώσεις περιόδων διαταξικής οικονομικής μεγέθυνσης και, κυρίως, υψηλών προσδοκιών για το μέλλον.
Αυτό είναι που χάθηκε από την Ελλάδα από το 2010 και μετά. Και στην πραγματικότητα, παρά τη μερική αποκατάσταση της (οικονομικής) ζημίας που έγινε μετά την έξοδο από τα μνημόνια, ο παράγοντας της προοπτικής και των προσδοκιών που έχει έντονο ψυχικό πρόσημο παραμένει καθηλωμένος πολύ χαμηλά, συσσωρεύοντας απογοήτευση, θυμό και… νοσταλγία.

