Το 1970 ο Κώστας Γαβράς γύρισε μία από τις κορυφαίες ταινίες του, την «Ομολογία», με τον Ιβ Μοντάν στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία καταγράφει τις σταλινικές διώξεις στην Τσεχοσλοβακία του 1952, που οδήγησαν σε εκτελέσεις, μεταξύ αυτών και δύο πρωτεργατών του κομμουνιστικού πραξικοπήματος του 1948, των Ρούντολφ Σλάνσκι και Βλαντιμίρ Κλεμέντις.
Τουλάχιστον, τον Μάρτιο του 1953, με τον θάνατο του Στάλιν και του σταλινικού ηγέτη της Τσεχοσλαβακίας Κλέμεντ Γκότβαλντ, η ατμόσφαιρα γίνεται κάπως (κάπως, το τονίζουμε αυτό) πιο χαλαρή. Οπως γράφει η Φλοράνς Νουαβίλ στο «Μίλαν Κούντερα. “Γράψιμο… τι ιδέα κι αυτή!”» (μτφρ.: Γιάννης Η. Χάρης, εκδ. Εστία), ο Κούντερα υποβάλλει υποψηφιότητα για να διδάξει στην Ακαδημία Κινηματογράφου της Πράγας. Γίνεται δεκτός.
Ως δάσκαλος ο Κούντερα θα μακροημερεύσει και θα αποδειχθεί χαρισματικός και εξαιρετικά επιδραστικός («και με τρελή αίσθηση του χιούμορ», σημειώνει η Νουαβίλ). Ανάμεσα στους μαθητές του ο μετέπειτα βραβευμένος με Οσκαρ σκηνοθέτης Μίλος Φόρμαν.
Είναι μια ιδιαίτερα παραγωγική περίοδος αυτή για τον Κούντερα, ο οποίος, μπαίνοντας πια στη δεκαετία του ’60 θα στρωθεί στη συγγραφή του πρώτου του πεζογραφικού βιβλίου, του μυθιστορήματος «Το αστείο».
Ολη εκείνη η εποχή, έως τις μαύρες ανοιξιάτικες ημέρες του 1968, όταν τα σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στη χώρα, είναι πολύ καλή για την Τσεχοσλοβακία. Οι τέχνες, ο στοχασμός, τα γράμματα, όλα γνωρίζουν μια άνθηση, επικρατεί ένας «δημιουργικός αναβρασμός», ο οποίος αντανακλάται και στην πολιτική ατμόσφαιρα: διανοούμενοι και νεότεροι πολιτικοί προσβλέπουν σε έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» ή στο πώς θα «ανασηκωθεί το καπάκι του κομμουνισμού».
Μέσα σε όλα αυτά, φαίνεται πως ο Κούντερα ζει μια ελευθεριάζουσα, περιπετειώδη προσωπική ζωή. Είναι ο βίος του νέου, και χαρισματικού, ωραίου και έξυπνου, εργένη σε μια Πράγα που εκείνες τις μέρες ακτινοβολεί.
Οταν, πολλές δεκαετίες μετά, η Νουαβίλ επισκεφθεί τον δρόμο όπου βρισκόταν η μικρή γκαρσονιέρα του Κούντερα, θα τον ρωτήσει πώς ήταν δυνατόν να μην τον έχουν ερωτευτεί όλες οι γυναίκες της Πράγας της εποχής. Η αντίδραση του Κούντερα μοιάζει με εκείνη όταν ρωτήθηκε τι ήταν οι «αντικομμουνιστικές δραστηριότητες» εξαιτίας των οποίων διαγράφηκε από το Κόμμα με συνοπτικές διαδικασίες: ανασήκωμα των ώμων και μια κρυπτική, κοφτή απάντηση: «Ας πούμε πως την έζησα τη ζωή μου».
(Ειρωνεία: περίπου τριάντα μέτρα απόσταση από την «γκαρσονιέρα» βρίσκονταν τα γραφεία της Μυστικής Αστυνομίας όπου ανακρίνονταν οι αντιφρονούντες.)
Τον Ιούνιο του 1967, μέσα σε αυτό το κλίμα ευφορίας, ο Κούντερα θα δώσει μια ομιλία στο συνέδριο των Τσεχοσλοβάκων συγγραφέων στο οποίο, όχι χωρίς μια κάποια νευρικότητα και αγωνία για αυτό που κάνει, μιλάει για αυτή την πολιτική και πολιτισμική ανατροπή της χώρας.
Ολα αυτά δεν θα αρέσουν καθόλου στη Μόσχα. Και μετά το 1968, ο Κούντερα θα το πληρώσει σοβαρά. Η συνέχεια την άλλη εβδομάδα.

