Στην ιστοσελίδα του εθνικού μας φορέα για την αειφόρο ανάπτυξη και την κλιματική αλλαγή διαβάζω «Αειφόρος ή βιώσιμη ανάπτυξη ορίζεται η ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες» (Παγκόσμια Επιτροπή Για Το Περιβάλλον Και Την Ανάπτυξη, 1987). Μερικές φορές ξεχνάω ότι η χώρα διαθέτει τέτοιον φορέα, όπως και πλήθος άλλων που έχουν νομοθετηθεί και θεσμοθετηθεί προκειμένου να μοιάζουμε με «σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα».
Η βιώσιμη ανάπτυξη, όρος φανερά αντιφατικός, προϊόν συμβιβασμών ανάμεσα σε αντικρουόμενες πολιτικές των δεκαετιών του ’80 και του ’90, έχει εισαχθεί στα ελληνικά σε επίπεδο γλώσσας. Ακούμε τη φράση. Δεν βλέπουμε το όντως πράγμα. Αν κοιτάξουμε γύρω μας, χρειαζόμαστε άλλες λέξεις (κομματική τοποθέτηση, βόλεμα, εξουθενωτική γραφειοκρατία – ψηφιοποιημένη πια), για να περιγράψουμε την ανάπτυξη της χώρας. Δεν έχει καν νόημα να καταρτίσει κανείς λίστες με διορισμούς κομματικών στελεχών ή φίλων σε φορείς, γραμματείες, διοικητικά όργανα, υπουργεία, γραφεία, υψηλά και χαμηλά κλιμάκια της δημόσιας διοίκησης. Είναι τόσο συντριπτικό φαινόμενο που βουλιάζει η ψυχή σου.
Ποια φράση θα μπορούσε να συλλαμβάνει το εξής: ανάπτυξη εις βάρος των επόμενων γενεών; Ανάπτυξη που αποστραγγίζει τη δημιουργικότητα; Ισως πρέπει να τη βρούμε, να την εφεύρουμε, προκειμένου να περιγράψουμε μια χώρα όπου κάποιοι άνθρωποι εργάζονται και ιδροκοπούν, ενώ πλήθος άλλοι δεν γνωρίζουν πώς επισυνάπτεται το βιογραφικό στις αιτήσεις εύρεσης εργασίας, διότι δεν χρειάστηκε ποτέ να απλώσουν τις σπουδές και την εργασιακή εμπειρία τους μπροστά στο βλέμμα κάποιου άλλου. Πώς θα λέγαμε την ανάπτυξη που καταστρέφει το τοπίο, που επιτρέπει τον αποκλεισμό παραλιών, την εξάντληση των υδάτων κ.λπ.;
Και πόσο αναπτυγμένη είναι όντως μία χώρα όπου γίνεται θέμα στις ειδήσεις η πειραματική λειτουργία επί 24ωρου βάσεως των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς; Ορθώς και ανέλαβαν τη σχετική πρωτοβουλία, με τεράστια καθυστέρηση, οι αρμόδιοι και πράγματι θα αξίζουν συγχαρητήρια σε φορείς και εργαζομένους, εάν το μέτρο παραμείνει στη θέση του και αποτελέσει μία κανονικότητα, ορθώς και η παραμικρή βελτίωση στον ρυθμό έλευσης των τρόλεϊ, του μετρό κ.λπ. το τελευταίο διάστημα, μας χαροποιεί, αλλά πώς να το κάνουμε; Εχει και κάτι ρετρό ο πανηγυρισμός για την έλευση του λεωφορείου.
Η Αθήνα μας δεν συγκρίνεται εύκολα σε βρωμιά με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ακόμα και πόλεις που έχουν βομβαρδιστεί, λιμοκτονήσει, καεί και ξαναχτιστεί δεν παρουσιάζουν αυτή την εικόνα: σκουπίδι, πολυτελές ξενοδοχείο, τραπεζοκαθίσματα εις βάρος των κατοίκων. Με τις άλλες πόλεις του Νότου της Ευρώπης δεν έχει νόημα η σύγκριση. Ειδικά με τις πόλεις της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Μας έχουν αφήσει πίσω. Στο πράσινο, στην ησυχία, στην παρουσία νερών και πάρκων μέσα στις πρωτεύουσες, στην αστική μετακίνηση.
Η αποανάπτυξη, η αναδίπλωση, η οπισθοχώρηση είναι τόσο μεγάλη που είναι και θεσμική. Τόσα χρόνια μετά από το ’15, την κρίση κ.λπ. οι θεσμοί έχουν απαξιωθεί στα μάτια του κόσμου. Η δικαιοσύνη τούς φαίνεται άπιαστη λέξη, ένας συνδυασμός γνωριμιών και οικονομικού κεφαλαίου. Τα κόμματα εξακολουθούν ν’ αποτελούν βασική μέθοδο επαγγελματικής αποκατάστασης (ακόμα κι αν υπεραμύνονται της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας»), ενώ τα mainstream προοδευτικά κόμματα έχουν λιγότερες γυναίκες σε περίοπτη θέση απ’ ό,τι το αιγυπτιακό καφενείο-ναργιλεδάδικο στη γειτονιά μου.
Βγαίνουν διάφορες μελέτες για το έλλειμμα στην έρευνα και την τεχνολογία, για το πόσο η χώρα δεν επενδύει στο μέλλον κ.λπ. Αλλες χώρες χαίρονται να προβάλλουν την τεχνολογία που προσελκύουν (Ισπανία, Πολωνία), η χώρα μας μοιάζει να ενδιαφέρεται απλώς να περνάει τους σχετικούς νόμους και να διακηρύσσει την ετοιμότητά της για κάποιο μέλλον που δεν την περιλαμβάνει. Ολ’ αυτά είναι ψιλά γράμματα. Δείτε απλώς με τι λεωφορεία κυκλοφορούν όσοι δεν «αξιοποίησαν» την ψήφο τους σαν νόμισμα στην αγορά της διαφθοράς.

