«Διασχίσαμε τη Μάγχη με πορεία 330 μοίρες», γράφει ο Σιλβέν Τεσόν στο βιβλίο του «Με τις νεράιδες» (μτφρ.: Γ. Καράμπελας, εκδ. Στερέωμα). «Ευχάριστη υπόθεση, με ανοιχτά πανιά, χωρίς στάση, σαν σε παρέλαση: γαλάζια και χαρούμενη. Κρατήσαμε τους οκτώ κόμβους, με τη βοήθεια της φουσκοθαλασσιάς. Η ακτή της Βρετάνης χάθηκε απ’ τα μάτια μας μέσα σε μία ώρα».
Τι ακριβώς αναζητεί ο Γάλλος συγγραφέας σε αυτό το θαλασσινό ταξίδι από τις Αστούριες στη βόρεια Σκωτία; Μια απάντηση είναι τα ίχνη ενός αρχαίου πολιτισμού, των Κελτών. Αλλά δεν αρκεί. Ο Τεσόν αναζητά το θαύμα που «ξεπηδά απροειδοποίητα». Πλέοντας στα ανοιχτά των δυτικών ακτών της Ευρώπης και περπατώντας για ώρες ολόκληρες στο εσωτερικό τους αφού πιάσει λιμάνι κάθε τόσο με το ιστιοφόρο, ο Τεσόν συναντάει ανθρώπους, τοπία, μνημεία, αρχαία μενίρ, πηγές, εκκλησίες, τόπους λατρείας. Γνωρίζεται με έναν 25χρονο βετεράνο στρατιώτη που μια νάρκη τού κομμάτιασε το πρόσωπο. Στέκεται με σεβασμό μπροστά του, αλλά δεν πτοείται – δεν του το επιτρέπει ο ίδιος ο ανάπηρος πολέμου: «Συνόψισα ανεβαίνοντας στο πλοίο: θαύμα είναι ό,τι αρκεί. Υπερφυσικό γίνεται ό,τι δεν στάθηκε αρκετό».
Στο βιβλίο, που έχει τον προβοκατόρικο τίτλο «Με τις νεράιδες», ο συγγραφέας του αποφαίνεται: «Το θαύμα αναδύεται από το πραγματικό. Κανένας λόγος να συνδέεις την ομορφιά ενός τόπου ή τον ηλεκτρισμό μιας στιγμής με πλάσματα της φαντασίας. (…) Το θαύμα περιμένει το μάτι».
Νομίζω πως είναι εύκολο να νιώσεις το «θαύμα» από ένα ιστιοφόρο που διασχίζει τη Μάγχη. Το δύσκολο είναι το μάτι να βρίσκει το «θαύμα» μέσα σε μια αίθουσα με γραφεία και υπολογιστές. Αλλά ας μην ξεσυνεριζόμαστε τον συγγραφέα μας: μέσω του βλέμματός του ταξιδεύουμε κι εμείς, και όχι μονάχα στις θάλασσες του Βορρά αλλά σε όλο αυτό το πλέγμα ονειροπόλησης και στοχασμού στο οποίο αφήνεται με ηδονή. «Στο πλοίο όπως και στο βουνό: η ζωή σε κλίση. Να γράφεις και να πλέεις: να βαθαίνεις την επιφάνεια».
Από τα γραφεία της «Κ» έχουμε –ομολογουμένως– ωραία θέα στον Σαρωνικό. Το περίγραμμα της Αίγινας διακρίνεται καθαρά, ειδικά όταν φυσάει ένας ευλογημένος, ψυχρός βοριάς, που καθαρίζει την ατμόσφαιρα από σκόνες και υγρασίες. Υψώνεις το βλέμμα από το πληκτρολόγιο και την οθόνη και θυμάσαι τότε. Θυμάσαι ότι η φυσική σου θέση είναι κάπου εκεί έξω, εκεί πέρα.
Ο Τεσόν έχει την ικανότητα να αφυπνίζει μέσα σου αυτές τις μικρές, λυτρωτικές διαφυγές. Σου ανοίγει τα μάτια – όχι όπως το κάνει ο Γκρενιέ, αυτός ο δάσκαλος του Καμί, στα περίφημα «Νησιά», ή όπως το κάνει ο ίδιος ο Καμί στα «Σημειωματάριά» του, όταν γράφει για τη Μεσόγειο και τις παραλίες. Ο Τεσόν δεν έχει αυτή τη στοχαστική δεινότητα, όμως οι εικόνες του και οι συνειρμοί του δημιουργούν γέφυρες με το πραγματικό, που μεταμορφώνεται σε εξωπραγματικό. Κάπως έτσι, το ταξίδι συνεχίζεται. Για όλους.

