Το ιστιοφόρο με το οποίο ο Σιλβέν Τεσόν θα πλεύσει επί τρεις μήνες, από τις Αστούριες έως τα βόρεια της Σκωτίας, «κατά μήκος των κέλτικων ακτών, όμοιων με καμπύλη εγκεφαλογραφήματος», είναι ελλιμενισμένο στο Σεν- Μαλό, γράφει στο βιβλίο του «Με τις νεράιδες» (μτφρ.: Γ. Καράμπελας, εκδ. Στερέωμα).
Συντροφιά του έχει δύο έμπειρους ναυτικούς, τον Ιμάν και τον Μπενουά. «Η ιστιοπλοΐα», γράφει, «κάνει πράξη το όνειρο του Ηράκλειτου! Ελευθερώνει την ενέργεια της σύζευξης των αντιθέτων. Στην αρχή όλα είναι αντίθετα: το βάρος βυθίζει το κύτος. Η άνωση το ανυψώνει. Η γωνία κλίσης μεγαλώνει, ο άνεμος σπρώχνει, μετά τραβάει», ώσπου «οι εντάσεις χωνεύονται. Για μια στιγμή, τότε, ο ιστιοπλόος μένει ακίνητος, απολαμβάνει την εξίσωση. (…) Αυτή η διασταύρωση των ώσεων λέγεται σημείο πλεύσης. Μόνο αυτό το σημείο είναι ζωντανό. Αυτό κινεί τη μάζα».
Ο Τεσόν ακούγεται κριτικός στην κυριαρχία της τεχνολογίας. Σαν να νοσταλγεί ένα απώτερο παρελθόν στο οποίο οι άνθρωποι πίστευαν στις νεράιδες και στους άλλους μύθους των Κελτών, στα ίχνη των οποίων βρίσκεται ο Γάλλος συγγραφέας.
Ο Τεσόν έχει κατακριθεί πολύ στη Γαλλία γι’ αυτή του τη στάση, στον βαθμό που τον έχουν κατατάξει στην άκρα Δεξιά (άδικα, κατά τη γνώμη μας). «Παντού θόρυβος, ορθολογισμός, υπολογισμός, μανία», γράφει χαρακτηριστικά. «Οι νεράιδες είχαν υποχωρήσει μπροστά σε τούτη τη συνωμοσία. Είχαν κρυφτεί στη σιωπή».
Θυμίζει εκείνο το διήγημα του Ιρλανδού λόρδου Ντάνσανι, με ένα θλιμμένο φάντασμα να συνομιλεί με τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή. Στο τέλος της ιστορίας ο αφηγητής σχολιάζει: «Νόμιζα πως δεν υπήρχαν φαντάσματα». Καθώς το φάντασμα εξαϋλώνεται, ψιθυρίζει: «Κάποτε υπήρχαν…».
Δύσκολες ισορροπίες αυτές, ανάμεσα στο παλαιό και το νέο – αλλά εφόσον ο συγγραφέας επικαλείται ολόκληρο Ηράκλειτο, θα γνωρίζει πως τα αντίθετα δημιουργούν συχνά μια (νέα) σύνθεση.
Ας είναι όμως. Ο πρώτος σταθμός του Τεσόν είναι η Βρετάνη, «αυτό το τρυφερό σώμα με τα τραχιά πόδια». Εκεί θα συναντήσει το μνημείο της «Παναγίας των Ναυαγών» και εκατοντάδες παραθεριστές να στέκονται με ορθωμένα τα κινητά τους μπροστά στον ηλιακό δίσκο, «δοσμένοι στις παγανιστικές τελετές της νέας θείας λειτουργίας: φωτογράφιζαν τον ήλιο, με το χέρι τεντωμένο».
Στη συνέχεια δοκιμάζει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση, η οποία φανερώνει μεν την κάπως παλιομοδίτικη ματιά του, ωστόσο η λεπτή ειρωνεία, που προσδίδει μια αμφισημία στον λόγο του, απαλύνει το εύκολο δίπολο «παλαιό – νέο»: «Ενας εξωγήινος θα είχε σημειώσει στο ημερολόγιό του: “Οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη έχουν έναν μικρό μαύρο θεό στην τσέπη τους. Τον αγγίζουν και τον νανουρίζουν και τον κανακεύουν όλη μέρα, σαν εξαίσια τρυφερά θηλυκά. Και το δειλινό τον ταΐζουν, κραδαίνοντάς τον μπροστά απ’ τον ήλιο”».

