Αν θέλετε να δείτε ένα εργοτάξιο, μπορείτε να πάτε σε μία ιστορικής σημασίας, κεντρική λεωφόρο των Αθηνών. Αφού προσπεράσετε τους Στύλους του Ολυμπίου Διός και θαυμάσετε το μνημείο, φανταστείτε ότι θέλετε να πάτε στο Σύνταγμα. Το κινητό σας θα σας πει πως είναι λογικό να πάτε με τα πόδια, διότι η απόσταση είναι λίγα λεπτά. Ενδεχομένως να θέλετε να περάσετε και από τον Εθνικό Κήπο προκειμένου να δροσιστείτε.
Η αλήθεια είναι πως τη Βασιλίσσης Ολγας δεν μπορείτε να την απολαύσετε. Παραμένει μαύρο χάλι. Εδώ και πόσο καιρό. Κάτι λουλουδάκια που περιβάλλουν τ’ αγάλματα στην αρχή της οδού είναι φασκιωμένα και οριοθετημένα σαν είδος υπό εξαφάνιση. Μετά έχει μπουλντόζες, τρύπες, υλικά. Εχει ξηλωθεί εκείνο το «μεγάλο έργο», η ροζ μπογιά που σηματοδοτούσε το επίπεδο της φαντασίας στην αστική ανάπλαση μίας συγκεκριμένης δημοτικής αρχής. Αλλά στη θέση του δεν έχουμε δει κάτι καλό. Οσοι θέλουν να αθληθούν στον Εθνικό Κήπο (που παραμένει καθαρός και περιποιημένος παρά τον τεράστιο όγκο επισκεπτών) τρέχουν γύρω από τα έργα ώσπου να φτάσουν στον χώρο πρασίνου.
Η θέα της μπουλντόζας σε κεντρική λεωφόρο μού προκαλεί μετατραυματικό στρες. Δεν έχω συνέλθει από εκείνο το καλοκαίρι που στην πλατεία Συντάγματος τρυπούσαν νύχτα – μέρα τον εγκέφαλό μας για να πετύχουν αυτό το πολύ καθοριστικό αποτέλεσμα: αν θέλεις λίγη σκιά πρέπει να κάτσεις στα ΜακΝτόναλτς ή να μπεις ν’ αγοράσεις κανένα βιβλίο στο Public, για να εισπνεύσεις κλιματιστικό. Για τη Βασιλίσσης Ολγας είναι σαν να έχει παγώσει ο χρόνος στο 2020, όταν άρχισε η συστηματική κακοποίηση του σώματός της.
Πάντως ντροπιαστικό είναι και το επίπεδο της καθαριότητας γύρω από όλους αυτούς τους δρόμους που λέω. Γύρω από τη Βουλή, άμα πάτε μια βόλτα, θα δείτε πόσο βρώμικα είναι. Οι πολιτικοί δεν το παρατηρούν, γιατί δεν περπατούν στην πόλη. Καλό θα ήταν, όμως, όπως έχουμε συμφωνήσει εδώ με άλλη αφορμή, κάποιος να τους αναγκάσει για μία ολόκληρη εβδομάδα να πηγαίνουν με τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τα πόδια. Ούτε Uber να μην τους επιτρέπεται. Τουλάχιστον θα σταματούσαν τις άτοπες δηλώσεις.
Η βρώμα της Αθήνας αντεχόταν όταν συνδεόταν με μία συνολική κατάσταση των πραγμάτων. Τη στιγμή που οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα και το κόστος της στέγης έχει γυρίσει σε τιμές προ της οικονομικής κρίσης (χωρίς καμία αντίστοιχη επιστροφή εισοδημάτων για τον μέσο εργαζόμενο), είναι κάπως δυσβάσταχτο η πόλη να βρωμάει. Να μην την καθαρίζει κανείς. Να μην ελέγχει κανείς τα επίπεδα αυτού του διαρκούς εξουθενωτικού θορύβου.
Για να είμαι δίκαιη, ο Δήμος έκανε παρεμβάσεις στο κέντρο τις προηγούμενες ημέρες, για να περιορίσει την εξάπλωση των τραπεζιών και την κατάληψη δημόσιου χώρου από τα μαγαζιά. Χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια, ωστόσο, σταγόνα στον ωκεανό ήταν. Η Αθήνα κινείται με σαφή τρόπο μακριά από τους κατοίκους της, ενώ, ταυτόχρονα, καταβάλλονται τεράστιες προσπάθειες να πειστούμε πως το άνοιγμα σειράς ξενοδοχείων θα λύσει, με μαγικό τρόπο, τα προβλήματα.
Και κάτι ακόμη. Είναι ντροπιαστικό που για ορισμένους μήνες τον χρόνο τα μεσημέρια το κέντρο της πόλης είναι ανυπόφορο λόγω της έλλειψης δέντρων, δροσιάς κ.λπ. Μακροπρόθεσμα, η χώρα είναι τόσο απροετοίμαστη για τα καλοκαίρια της, που είναι ν’ απορείς με τις θριαμβολογίες γύρω από τον τουρισμό. Η προηγούμενη δημοτική αρχή, βέβαια, είχε βρει μια καινοτόμο λύση, τοποθετώντας στην Ομόνοια κάτι σαν χαλασμένα κλιματιστικά που επρόκειτο να φιλτράρουν τον αέρα. Σχεδόν τις είχα λυπηθεί εκείνες εκεί τις άχρηστες συσκευές.

