Ο πρόεδρος Τραμπ με την ανατρεπτική εμπορική του ρητορική έχει καταφέρει να κερδίσει την προσοχή των εταίρων του. Η ίδια η πολιτική του, βέβαια, εμφανίζει ακόμη πολλά αντιφατικά στοιχεία, προδίδοντας τον ρόλο της ως διαπραγματευτικού εργαλείου, αλλά και το γεγονός ότι βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση.
Aυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να την πάρουμε στα σοβαρά, ιδιαίτερα καθώς η εμπορική του ατζέντα έχει ισχυρούς συμβολισμούς, με αποδέκτη και το εσωτερικό της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αμερικανός πρόεδρος ανακήρυξε τη σημερινή ημέρα –2 Απριλίου– της ανακοίνωσης των παγκόσμιων δασμών του ως «Ημέρα της ελευθερίας», με αναφορές στην «απελευθέρωση» της δυναμικής της αμερικανικής οικονομίας από τους περιορισμούς και τις στρεβλώσεις που θεωρεί ότι της έχει θέσει το διεθνές εμπόριο.
Οπως δείχνουν οι μέχρι τώρα δασμοί στα εισαγόμενα αυτοκίνητα, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τον χάλυβα και το αλουμίνιο, ο πρόεδρος Τραμπ υπολογίζει σ’ αυτούς για να τονώσει την εγχώρια βιομηχανική παραγωγή, καθώς ελπίζει ότι θα φέρουν πίσω τις αμερικανικές βιομηχανίες αλλά και τους ξένους ανταγωνιστές τους, που αν θέλουν μερίδιο της αμερικανικής αγοράς θα έχουν πλέον ένα σημαντικό κίνητρο να παράγουν τα προϊόντα τους εξ ολοκλήρου στη χώρα. Κι ενώ αυτός ο στόχος είναι μεσοπρόθεσμος, υπολογίζεται ότι θα οδηγήσει σε άμεση άνοδο τις τιμές στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με αναλυτές, οι μέχρι τώρα δασμοί είναι στην ουσία ένας φόρος στον Αμερικανό καταναλωτή, καθώς θα αυξήσει το κόστος των οχημάτων, των φαρμάκων, των κατοικιών… και έπεται συνέχεια.
Αντιμέτωπος με την καταναλωτική και επενδυτική αβεβαιότητα που έχει προκαλέσει η εμπορική του ρητορική, ο Τραμπ διεμήνυσε ότι οι δασμοί που θα ανακοινώσει σήμερα θα είναι πιο ήπιοι από το αναμενόμενο, αλλά οι δηλώσεις του δεν έχουν καθησυχάσει τις αγορές, που περιμένουν να υπολογίσουν τις επιπτώσεις τους. Αν κάτι προσφέρει μια στήριξη στις αγορές είναι η εκτίμηση ότι οι δασμοί είναι ένα διαπραγματευτικό χαρτί που ο ίδιος μπορεί να πάρει πίσω, όπως έκανε με το «πάγωμα» των δασμών 25% που είχε ανακοινώσει στις εξαγωγές από τον Καναδά και το Μεξικό – ένα «πάγωμα» το οποίο όμως λήγει σήμερα.
Στόχος των λεγόμενων ανταποδοτικών δασμών είναι να επανακαθορίσουν το πεδίο του διεθνούς εμπορίου, ωστόσο ο μονομερής τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ έχει υπολογίσει το κόστος για τα αμερικανικά προϊόντα και η επιβολή αντίστοιχου κόστους στα ξένα προϊόντα μάλλον υπονομεύει τις ομαλές εμπορικές σχέσεις. Κι αυτό, διότι είναι δύσκολο να μείνει αναπάντητη από τις θιγόμενες χώρες, ιδιαίτερα αν οι δυσμενείς οικονομικές συνέπειες είναι μεγάλες για την οικονομία τους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Καναδά. Καθώς δε ακόμη και η ψύχραιμη Ευρωπαϊκή Ενωση ετοιμάζει το δικό της οπλοστάσιο με πιθανά αντίμετρα, που θα περιλαμβάνουν και μη δασμολογικά μέτρα, όπως είναι η αυστηροποίηση των ρυθμίσεων, το πιθανότερο αποτέλεσμα της σημερινής «Ημέρας της ελευθερίας» είναι η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου.
* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council και ερευνήτρια Εξωτερικού στο ΕΛΙΑΜΕΠ.

