Ο Λορέντσο Περ(ρ)όνε γεννήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1904 στο χωριό Φοσάνο του Πεδεμοντίου. Ηταν το δεύτερο από τα έξι παιδιά μιας πάμφτωχης οικογένειας. Αρχισε να δουλεύει από δέκα χρόνων. Εκανε διάφορες δουλειές, κυρίως όμως ήταν χτίστης. Δούλευε μεγάλα διαστήματα στη Γαλλία, στην Κυανή Ακτή, όπου πήγαινε από το χωριό του με τα πόδια. Ενας αμίλητος άνθρωπος, δύσκολα του έπαιρνες κουβέντα. Στη διάρκεια του Πολέμου ο Λορέντσο δούλεψε ως εργάτης στη Γερμανία, με την εταιρεία G. Beotti, στην κατασκευή εργοστασίων της Buna-Werke που είχε αναλάβει η IG Farben στο Μόνοβιτς, δηλαδή στο Αoυσβιτς III. Αυτόν τον άνθρωπο με την ασήμαντη ζωή αποφάσισε να βιογραφήσει ο ιστορικός και συγγραφέας Κάρλο Γκρέπι: «Un uomo di poche parole. Storia di Lorenzo, che salvò Primo» («Ενας λιγομίλητος άνθρωπος. Ιστορία του Λορέντσο, που έσωσε τον Πρίμο», Laterza, 2023). Δεν θα το είχε κάνει, όπως υποδηλώνεται και στον υπότιτλο, αν δεν είχε μιλήσει πρώτα γι’ αυτόν ο Πρίμο Λέβι, αν ο Λορέντσο δεν ήταν αυτός που του είχε σώσει τη ζωή. Αν ο Λέβι δεν σωζόταν τελικά και αν δεν γινόταν αυτός που έγινε, κανείς δεν θα μάθαινε τίποτε για τον Λορέντσο, όπως δεν μαθαίνουμε για μυριάδες άλλους καθημερινούς αγίους. Διάβασα το βιβλίο του Γκρέπι στη γαλλική μετάφρασή του (JCLattès, Απρίλιος 2024, σ. 462).
Ο Λορέντσο έφτασε στο Αουσβιτς τον Απρίλιο του 1942 και ο Λέβι δύο χρόνια αργότερα, στις 26 Φεβρουαρίου 1944, αλλά για διαφορετικό λόγο ο καθένας: ο πρώτος πήγε εκεί με τη θέλησή του για να δουλέψει, τον άλλο τον πήγαν για να πεθάνει. Οι δύο Ιταλοί συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1944. Από τότε ο Πρίμο έβρισκε κάθε μέρα, επί έξι μήνες, μια καραβάνα με σούπα και μια φέτα ψωμί που του άφηνε ο Λορέντσο, με κίνδυνο της ζωής του, και την οποία ο Πρίμο τη μοιραζόταν με τον Αλμπέρτο. Μαζί με τη σούπα, που μάζευε με κόπο, ο Λορέντσο του ξανάδωσε και την εμπιστοσύνη στη ζωή και στους ανθρώπους. Η τελευταία συνάντησή τους στο Αουσβιτς, το οποίο ο ημιαναλφάβητος Λορέντσο πρόφερε Σουίς, έγινε στις 26 Δεκεμβρίου 1944, ένα μήνα πριν από την είσοδο του Κόκκινου Στρατού. Ο Λορέντσο δεν θεώρησε ποτέ ότι έκανε κάτι σημαντικό, δεν ζήτησε καμία αναγνώριση ούτε δέχτηκε κάποια ανταμοιβή. Γύρισε στο Φοσάνο, περπατώντας τέσσερις μήνες, το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου 1945. Μετά την επιστροφή του από το Αουσβιτς δεν ξαναδούλεψε ως χτίστης, έγινε παλιατζής, όπως ο πατέρας του, και βυθίστηκε στο αλκοόλ. Ο Λέβι γύρισε λίγους μήνες αργότερα, στις 19 Οκτωβρίου 1945, και ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ήταν να πάει στο Φοσάνο. Δεν κατάφερε να του πάρει πολλά λόγια ούτε και να τον βοηθήσει, όπως επανειλημμένως προσπάθησε. Οταν κυκλοφόρησε το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» (1947), όπου λέγονται τόσα τιμητικά για το Λορέντσο, του το έστειλε αλλά εκείνος μάλλον δεν το διάβασε ποτέ (Carlo Greppi, «Un homme sans mots», σ. 283-287). Το αντίτυπο αυτό χάθηκε. Ο Λορέντσο πέθανε στις 30 Απριλίου 1952 και στην κηδεία του μίλησε ο Πρίμο. Εζησε μόνος, αλκοολικός και απροσάρμοστος. Ο Λέβι δεν διστάζει να τον αποκαλέσει άγιο (Greppi, σ. 327-328, 344). Το Γιαντ Βασέμ τον συναρίθμησε στους δικαίους των εθνών (29 Ιουλίου 1998).
Ο Πρίμο Λέβι δεν διστάζει να τον αποκαλέσει άγιο. Το Γιαντ Βασέμ τον συναρίθμησε στους δικαίους των εθνών.
Η βιογραφία του Γκρέπι προσθέτει λίγα τεκμήρια (όπως επιστολές) και στοιχεία για τον Λορέντσο, τα ουσιώδη τα έχει πει ήδη ο Λέβι σε πολλά κείμενα και συνεντεύξεις του. Θα παραθέσω τις τελευταίες αράδες από το κείμενό του «Η επιστροφή του Λορέντσο» (στη συλλογή «Λίλιθ», 1981): «Οταν επέστρεψα κι εγώ, μήνες αργότερα, μετά από τη μακρόχρονη περιπλάνησή μου μέσα από τη Ρωσία, πήγα στο Φοσσάνο για να τον ξαναδώ και να του πάω ένα πλεχτό για τον χειμώνα. Βρήκα έναν κουρασμένο άνθρωπο. Δεν ήταν κουρασμένος από το δρόμο. Ηταν θανάσιμα κουρασμένος από μια αθεράπευτη κούραση. Πήγαμε στην ταβέρνα να πιούμε κάτι μαζί και από τις λίγες κουβέντες που κατόρθωσα να του αποσπάσω κατάλαβα πως το περιθώριο αγάπης που είχε για τη ζωή είχε σχεδόν εξανεμιστεί. Ο Λορέντσο δεν έκανε πια τον χτίστη. Γυρνούσε από αγρόκτημα σε αγρόκτημα με ένα μικρό κάρρο, αγόραζε και πουλούσε παλιοσίδερα. Δεν ήθελε πια ούτε κανόνες, ούτε αφεντικά, ούτε ωράρια εργασίας. Τα λίγα που έβγαζε τα ξόδευε στην ταβέρνα. Δεν έπινε από βίτσιο, αλλά για να ξεφύγει από τον κόσμο. Τον κόσμο τον είχε δει και δεν του άρεσε. Αισθανόταν ότι ο κόσμος έπεφτε συντρίμμια. Δεν τον ενδιέφερε πια να ζήσει. […] Δεν ήταν θρήσκος, δεν ήξερε και σπουδαία πράγματα για το Ευαγγέλιο, αλλά μου διηγήθηκε τότε κάτι που δεν είχα υποπτευθεί στο Αουσβιτς. Εκεί κάτω, δε βοηθούσε μόνον εμένα. Είχε κι άλλους προστατευόμενους, Ιταλούς και μη, αλλά είχε θεωρήσει σωστό να μη μου το πει. Στον κόσμο αυτό βρισκόμαστε για να κάνουμε το καλό, όχι για να παινευόμαστε γι’ αυτό. Στο “Σουίς” ήταν πλούσιος, τουλάχιστον σε σύγκριση με μας, και είχε μπορέσει να μας βοηθήσει. Τώρα όμως όλα είχαν τελειώσει. Δεν υπήρχαν πια ευκαιρίες. Αρρώστησε. Χάρη σε φίλους γιατρούς μπόρεσα να τον βάλω στο νοσοκομείο αλλά δεν του έδιναν κρασί και το ‘σκασε. Ηταν αποφασισμένος και συνεπής στην άρνησή του για τη ζωή. Τον βρήκαν στα τελευταία του μετά από μερικές μέρες και πέθανε στο νοσοκομείο ολομόναχος. Αυτός που δεν ήταν ένας εκτοπισμένος που επέστρεψε, πέθανε από την ασθένεια των εκτοπισμένων που επιστρέφουν» (Πρίμο Λέβι, «Λίλιθ», μτφρ. Σάρα Μπενβενίστε, Ροδαμός, Αθήνα 1992, σ. 83-84).
Στον τίτλο του τρομερού βιβλίου του Λέβι «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» υπόκειται το ερώτημα τι είναι τελικά άνθρωπος. Ολα τα πρόσωπα που συναντάμε στο βιβλίο αυτό είναι άνθρωποι, και τα ναζιστικά τέρατα άνθρωποι είναι, ανθρώπινα τέρατα, τέρατα όπως μόνον ο άνθρωπος μπορεί να γίνει. Ο Λέβι το ξέρει αυτό καλύτερα από τον καθένα. Η δική του απάντηση στο ερώτημα είναι ο Λορέντσο! Ο Λορέντσο είναι η κεντρική μορφή του βιβλίου! Ο Λορέντσο είναι η απάντηση του Λέβι στον ναζισμό και σε κάθε άλλη θηριωδία! Χωρίς τον Λορέντσο το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» ή δεν θα είχε γραφτεί καθόλου, γιατί απλούστατα ο Λέβι δεν θα είχε επιζήσει, ή δεν θα είχε την τεράστια πνευματική σημασία που έχει, γιατί θα ήταν μόνο μία ακόμη εξιστόρηση της φρίκης που είναι ικανός να προκαλέσει ο άνθρωπος στον άνθρωπο.

