Ποιος ηγέτης θα διανοούνταν να εμπορευθεί όνομα και εξουσία προκειμένου να αβγατίσει με κρυπτονόμισμα την ίδια περιουσία; Ο Τραμπ το έκανε, με την έπαρση εκείνου που έχει προβιβάσει σε στρατηγική την αυθαιρεσία. Χρειάζεται μεγάλο απόθεμα αλαζονείας και ισχυρή δόση πνευματικής ανισορροπίας ώστε να αποκολληθεί ένας πολιτικός από τα δέοντα, να εκκινήσει ένα παιχνίδι δίχως κανόνες, να πορευθεί αχαλίνωτος, προπετής, ανακόλουθος, επιρρεπής σε εξόφθαλμες αντιφάσεις.
Εμπειρος στο να ξεφεύγει από λογοδοσίες, ο Τραμπ έπιασε ξανά το οικείο νήμα της ασυνέπειας. TikTok. Το 2020, με διάταγμα όμοιο με τον μετέπειτα απαγορευτικό νόμο του 2024, επιχείρησε να κλείσει το μέσο. Δεν τα κατάφερε. Δικαστήριο όπου προσέφυγε η μητρική εταιρεία, δεν επικύρωσε το διάταγμα. Προ ημερών, ο ίδιος ανέστειλε την ισχύ του νόμου που έριξε «μαύρο» στο TikTok, επαναφέροντάς το στη ζωή. Λάβρος υπερασπιστής του νόμου και της τάξης στην προεκλογική του εκστρατεία, αδυσώπητος κατήγορος των «ελαστικών απέναντι στο έγκλημα» Δημοκρατικών, απένειμε αμέσως χάρη στον ισοβίτη Ρος Ούλμπριχτ, καταδικασμένο για ηθική αυτουργία σε πέντε φόνους και διακίνηση ναρκωτικών μέσω πλατφόρμας στο σκοτεινό Διαδίκτυο. Αλλά και στους 1.270 φυλακισμένους ή υπόδικους για τη βάρβαρη εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Η προεδρία του, είπε, θα είναι η «επανάσταση της κοινής λογικής». Ο ίδιος παταγωδώς καταπατεί κάθε έννοια πρέποντος, κάθε κανόνα ευπρέπειας και αλληλοσεβασμού. Εμφοβος απέναντι στα «τσιπάκια» που ποδηγετούν τις ζωές των ανθρώπων, τώρα ήρε τα εμπόδια στην άνευ ορίων και όρων τεχνολογική κούρσα και τον περαιτέρω πλουτισμό των χρηματοδοτών της νέας τάξης πραγμάτων, του «συγκυβερνήτη» Ελον Μάσκ, που βλέπει την τετραετία σαν μια γιορτή του ατομικού μεγαλείου και του απεριόριστου καπιταλισμού, και των Τζεφ Μπέζος, Μαρκ Ζούκερμπεργκ, Τιμ Κουκ, Σαμ Αλτμαν, Σούνταρ Πιτσάι, των πανίσχυρων τεχνο-τιτάνων του 21ου αιώνα, των νέων προτύπων της τραμπικής χρυσής εποχής. Απειλεί τον Πούτιν πως αν δεν καταλήξουν σε συμφωνία για τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, θα επιβάλει δασμούς σε ό,τι ρωσικό πωλείται (πολύ λίγα) στις ΗΠΑ. Απειλές (αν και χωρίς αντίκρισμα) και μετά όρκοι αγάπης.
Η συχνή επαφή με την αντίφαση μετριάζει το ενδιαφέρον μας για την αξία της αλήθειας.
Και στην οικονομία προκύπτει ανακόλουθος. Οικονομολόγοι λένε πως θέτει στόχους αντιφατικούς και ασυμβίβαστους – σχετικά με τον πληθωρισμό, τους δασμούς, τις εισροές-εκροές κεφαλαίων. Σχεδιάζει μέτρα που θα ανακουφίσουν την αγροτική φτωχότερη βάση και άλλα που θα κάνουν τους υπερπλούσιους πλουσιότερους, όπως η μείωση των φόρων – μία από τις επιπτώσεις της, η περικοπή δημόσιων προγραμμάτων που ενισχύουν τους φτωχότερους.
Ο Τραμπ όχι μόνο δεν φοβάται την αντίφαση, αλλά και δείχνει να περιφρονεί τη συνέπεια λόγων και έργων. Παρά ταύτα, γύρω του συναθροίζονται εκατομμύρια πιστοί. Στα μικρά ταπεινά καθημερινά πράγματα, η ανακολουθία μοιάζει με τρέλα. Oμως στον χώρο της πολιτικής ψυχολογίας –έδειξε η περίπτωση Τραμπ– μάλλον λαμπρύνει και ισχυροποιεί. Και δεν σχετίζεται με την ανασκευή δηλώσεων. Ο πολιτικός που ανασκευάζει αναλαμβάνει την ευθύνη των λεχθέντων. Ο αντιφάσκων μετακυλίει την ευθύνη στον ακροατή. Αν ανατρέψει όσα πριν ισχυριζόταν και στη συνέχεια περνοδιαβαίνει σαν άσπιλος κρίνος, τότε στον ακούοντα μένει να αποφασίσει τι πραγματικά ο πολιτικός εννοεί και συνήθως συμπεραίνει ότι πιστεύει εκείνο που ο ίδιος φρονεί. Ο Τραμπ επιδεικνύει μια απόλυτα συνεπή έλλειψη συνέπειας. Το ότι έρχεται τόσο ανενδοίαστα σε αντίθεση με τον εαυτό του, δείχνει πόσο δυνατός πρέπει ο ίδιος να αισθάνεται· μόνον οι δυνατοί αδιαφορούν για τη γνώμη των άλλων.
Το ζήτημα είναι ότι η συχνή επαφή με την αντίφαση μετριάζει το ενδιαφέρον μας για την αξία της αλήθειας. Στην ψηφιακή μας κοινοπολιτεία, όπου δύσκολα διακρίνουμε το ψέμα από την αλήθεια, τείνουμε να συμφωνούμε με τη φωνή που αναγνωρίζουμε, εκείνη που λέει ό,τι εμείς θεωρούμε σωστό· ο αλγόριθμος θα φροντίσει να το επιβεβαιώσει. Και θα επιβεβαιώσει, για το ίδιο θέμα, σε κάποιον άλλο, κάτι διαφορετικό. Μέσα στον ωκεανό των αντιφατικών πληροφοριών, των αντικρουόμενων εκδοχών της ίδιας είδησης, σταδιακά παύουμε να εκτιμάμε την έννοια της αντικειμενικότητας. Χάνουμε την ικανότητα της κρίσης, τη λαχτάρα να ανακαλύψουμε το βαθύτερο νόημα των πραγμάτων. Καταλήγουμε να βρίσκουμε ενδιαφέρον, επάρκεια και ευχαρίστηση μόνο στην ιδιωτική ζωή και στην ύλη. Τέρψεις σε ένα ρηχό σύμπαν χωρίς ένα πνευματικό προσκεφάλι να ακουμπήσουμε τις αγωνίες και τις κοπώσεις μας.

