Πλάμεν Τόντσεφ*
Φόρτωση Text-to-Speech...
Το 2024 κινεζικές εταιρείες είχαν παρουσία σε περισσότερα από 130 λιμάνια παγκοσμίως. Προτεραιότητα για την Κίνα πάντοτε ήταν η ασφάλεια των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων, καθώς η χώρα χρειάζεται μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών για την οικονομία της αλλά και τροφίμων για τον πληθυσμό της. Σ’ αυτά προστίθεται και η ανάγκη για μεταφορά των εξαγώγιμων προϊόντων της, ιδιαίτερα μετά την εισδοχή της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001 και τη μετατροπή της σε «παγκόσμιο εργοστάσιο».
Δεδομένου ότι στο θαλάσσιο εμπόριο αντιστοιχεί 80% έως 90% των αγαθών που διακινούνται παγκοσμίως, ήταν αναμενόμενη η στροφή του Πεκίνου προς την ανάπτυξη της ποντοπόρου ναυτιλίας της. Εξίσου, η επένδυση σε κρίσιμες υποδομές σειράς κρατών προσφέρει καλύτερες προσβάσεις και επιρροή στις ηγεσίες τους, δημιουργώντας σε αρκετές περιπτώσεις συνθήκες εξάρτησης των εθνικών οικονομιών από τα κινεζικά κεφάλαια.
Εχει καταστεί σαφές ότι η στρατηγική της Κίνας υποκρύπτει και μία γεωπολιτική ατζέντα. Από το 2015 το αμυντικό δόγμα της Κίνας προβλέπει αυξημένο ρόλο του πολεμικού ναυτικού της στην προστασία των εφοδιαστικών αλυσίδων. Τρόπον τινά, η Κίνα βαδίζει στα χνάρια της πάλαι ποτέ θαλασσοκράτειρας Βρετανίας, ενώ αμφισβητεί τη σημερινή ναυτική κυριαρχία των ΗΠΑ στους ωκεανούς της υφηλίου. Εχει ήδη μεγαλύτερο πολεμικό ναυτικό από το αμερικανικό και οι ναυπηγικές δυνατότητές της ξεπερνούν εκείνες των ΗΠΑ κατά 230 φορές. Είναι χαρακτηριστικό ότι 7 στα 10 νέα πλοία καθελκύονται στην Κίνα και το μερίδιο αυτό συνεχώς αυξάνεται, προσεγγίζοντας τα όρια του απόλυτου παγκόσμιου μονοπωλίου.
Πρώιμη στήριξη – Το 2010 η Κίνα εξαγόρασε 6 δισ. δολάρια ελληνικού χρέους στη δευτερογενή αγορά, βάζοντας τις βάσεις για τις συμφωνίες που ακολούθησαν σε σχέση με το λιμάνι. Η επένδυση αυτή έχει αναβαθμίσει τον Πειραιά στον παγκόσμιο χάρτη.
Εντούτοις, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ισχυρό προβάδισμα, τόσο λόγω του πολλαπλάσιου αμυντικού τους προϋπολογισμού, όσο και της συνεχούς και συνεπούς στρατιωτικής παρουσίας τους σε διάφορα μέρη του πλανήτη, κάτι βέβαια που βρίσκεται υπό αίρεση υπό τον Ντόναλντ Τραμπ. Ακόμη όμως και αν μειωθούν οι αμερικανικές δυνάμεις στην Ευρώπη και προκύψει μερική αποδέσμευσή τους από τη Γηραιά Ηπειρο, είναι δεδομένο ότι η προσοχή της Ουάσιγκτον ήδη από το 2011 είναι στραμμένη στην Κίνα.
Εν μέσω κρίσης
Η πρώτη σύμβαση με την Cosco υπογράφηκε το 2008, σε μια εποχή «αθωότητας», αν όχι στρατηγικής αφέλειας, εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και με την Κίνα να προβάλλει τόσο ως δυνητική πηγή επενδυτικών κεφαλαίων όσο και ως τεράστια αγορά-μαγνήτης για εξαγωγές. Η σύμβαση εκείνη εγκατέστησε την Cosco ως διαχειριστή –ενός τμήματος μόνο– του λιμανιού στον Πειραιά. Αντίθετα, η σύμβαση του 2016 υπογράφηκε υπό την ασφυκτική πίεση των διεθνών πιστωτών και παρέδωσε στην κινεζική εταιρεία τον συνολικό έλεγχο του ΟΛΠ.
Η αλήθεια είναι ότι η Cosco διείδε μια μοναδική ευκαιρία και την αξιοποίησε, με την πλήρη σημασία της λέξης – μακριά από το πνεύμα του χιλιοειπωμένου συνθήματος win-win για αμοιβαία ωφέλιμη συνεργασία. Διότι η σύμβαση αυτή γέρνει εμφανώς υπέρ της κινεζικής πλευράς, με πολύ λιγότερα οφέλη για τους παραλιμένιους δήμους και την ελληνική οικονομία στο σύνολό της. Και δεν προκαλούν έκπληξη οι διθύραμβοι του Πεκίνου γι’ αυτή την επένδυση, την οποία δικαίως θεωρεί σπουδαίο επίτευγμά του.
Το 2021 η Cosco απέκτησε επιπρόσθετο 16% του μετοχικού κεφαλαίου, παρά την αποτυχία της να ολοκληρώσει τις προβλεπόμενες επενδύσεις στις υποδομές του ΟΛΠ. Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση παραχώρησε στην Cosco άλλη μια δεκαετία για την πραγματοποίηση των υποχρεωτικών επενδύσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ελλάδα έδειξε υποχωρητική στάση έναντι του Πεκίνου, παρά την επιδείνωση της δημόσιας εικόνας της Κίνας σε παγκόσμια κλίμακα λόγω της πανδημίας και δύο μόλις χρόνια μετά τον χαρακτηρισμό της ως «στρατηγικού αντιπάλου» της Ε.Ε. Πρόκειται, λοιπόν, για μια απόφαση της Αθήνας που αγνόησε τόσο το συμβατικό πλαίσιο του 2016 όσο και τις προφανείς γεωπολιτικές διαστάσεις του θέματος και επέτρεψε στην κινεζική πλευρά να αυξήσει έτι περαιτέρω τον έλεγχό της επί του μεγαλύτερου ελληνικού λιμανιού.
Για να είμαστε δίκαιοι πάντως με την πορεία των ελληνοκινεζικών σχέσεων από το 2006 και μετά, πρέπει να επισημάνουμε ότι στα πολύ δύσκολα χρόνια των μνημονίων οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί εταίροι μας ήταν απρόθυμοι να επενδύσουν σε μια οικονομία, την οποία δεν εμπιστεύονταν. Επικαλούνταν δε την ύπαρξη διοικητικών συμβουλίων τα οποία δεν θα συνηγορούσαν σε αποφάσεις λήψης επενδυτικού ρίσκου σε σχέση με την Ελλάδα, ενώ σημείωναν την αποφασιστικότητα με την οποία αντιθέτως κινούνταν οι κινεζικές εταιρείες, οι οποίες καθότι κρατικοδίαιτες ήταν υποχρεωμένες να ακολουθήσουν πιστά τις επιταγές της ηγεσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2010, στην πιο κρίσιμη στροφή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, η Κίνα εξαγόρασε 6 δισ. δολάρια ελληνικού χρέους στη δευτερογενή αγορά ως κίνηση στήριξης και ένδειξη εμπιστοσύνης, θέτοντας τις βάσεις για τις καλύτερες –για τα συμφέροντα της– συμφωνίες που ακολούθησαν σε σχέση με το λιμάνι του Πειραιά.
Σε κάθε περίπτωση, σε καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο, η επένδυση αυτή έχει αναβαθμίσει τον Πειραιά στον παγκόσμιο χάρτη και αυτό αναγνωρίζεται απ’ όλους. Εντός μιας δεκαετίας, η δυναμικότητα του ΟΛΠ πολλαπλασιάστηκε και κορυφώθηκε το 2019 στα 5,6 εκατ. TEU (1 TEU=1 κοντέινερ μήκους 6,1 μέτρων), αν και έκτοτε κυμαίνεται σε χαμηλότερα επίπεδα. Ταυτόχρονα, όμως, η συνύπαρξη της κινεζικής εταιρείας με τοπικές αρχές και την κοινωνία των πολιτών έχει σημαδευτεί από πολλές προστριβές.
Η δε αποκάλυψη του εκτεταμένου λαθρεμπορίου στο λιμάνι του Πειραιά αμαυρώνει την εικόνα της Ελλάδας, αλλά και της κρατικής εταιρείας Cosco, καθώς οι κινεζικές αρχές επίσης είναι εκτεθειμένες για το οργανωμένο έγκλημα που εκπορεύεται από την Κίνα. Και σε αυτό το σημείο είναι πιθανό να «πατήσουν» οι Ηνωμένες Πολιτείες, είτε για να επιβάλουν περιορισμούς στη λειτουργία του λιμανιού είτε για να απαιτήσουν τη λήψη αυστηρών διοικητικών μέτρων, είτε και για να εκθέσουν δημόσια τις πρακτικές που αναφέρεται πως ακολουθούνται.
Διπλή ευκαιρία – Η Ελλάδα οφείλει στην παρούσα φάση, χρησιμοποιώντας διαπραγματευτικά την παρεμβατικότητά της, να βελτιώσει τους όρους της συμφωνίας με την Cosco και παράλληλα να αναζητήσει με τις ΗΠΑ συμφωνίες σε άλλα λιμάνια της χώρας.
Το προηγούμενο
Η επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχει εντείνει τη συζήτηση για την παρουσία της Cosco στον ΟΛΠ και την ευρύτερη κινεζική επιρροή στην Ελλάδα. Η εξέλιξη αυτή εγγράφεται στη γεωπολιτική αντιπαράθεση ΗΠΑ – Κίνας σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως πιστοποιεί λόγου χάρη η διαμάχη γύρω από τη διώρυγα του Παναμά και τη συμφωνία-πλαίσιο για την πώληση 43 λιμανιών της κινεζικής εταρείας CK Hutchison στο αμερικανικό επενδυτικό ταμείο BlackRock.
Η εν λόγω συμφωνία έχει «παγώσει» κατόπιν σχετικής παρέμβασης του Πεκίνου, το οποίο δεν δείχνει διατεθειμένο να υποχωρήσει στις αμερικανικές πιέσεις. Είναι σφόδρα πιθανό η κινεζική κυβέρνηση να τηρήσει την ίδια στάση σε περίπτωση που τεθεί ζήτημα αποχώρησης της Cosco από τον ΟΛΠ.
Την ίδια στιγμή, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης της λειτουργίας του λιμανιού του Πειραιά, ώστε να καταστεί περισσότερο ωφέλιμη για την Ελλάδα. Ενδεικτικά και μόνο, επιβάλλεται να επισπευστεί η ολοκλήρωση των υποχρεωτικών επενδύσεων στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά και θα ήταν χρήσιμο να αναθεωρηθεί η τελική προθεσμία του 2031. Επίσης, πρέπει να διασφαλιστεί ο ελεύθερος ανταγωνισμός στον Πειραιά και στους άλλους παραλιμένιους δήμους, καθώς η Cosco φέρεται να συνεργάζεται με συγκεκριμένες τοπικές εταιρείες υπό τον έλεγχό της. Τέλος, εκφράζονται σοβαρές ανησυχίες για τη γειτνίαση του ΟΛΠ με τον ναύσταθμο της Σαλαμίνας και χρειάζεται ριζική επανεξέταση όλων των μέτρων ασφαλείας ως προς τη διαφύλαξη στρατιωτικών δεδομένων.
Στην παρούσα φάση και υπό συνθήκες βιασύνης –προκειμένου να φανεί ότι η νέα πρέσβειρα στην Αθήνα φέρνει άμεσα αποτελέσματα– η Ελλάδα οφείλει, χρησιμοποιώντας διαπραγματευτικά την παρεμβατικότητά της, να βελτιώσει τους όρους της συμφωνίας με την Cosco, καθιστώντας την και πιο διαφανή και παράλληλα να αναζητήσει με τις Ηνωμένες Πολιτείες συμφωνίες σε άλλα σημαντικά λιμάνια της χώρας ή με προοπτική λόγω της στρατηγικής τους θέσης, όπως η Ελευσίνα, ο Βόλος και βέβαια η Αλεξανδρούπολη.
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.
*Ο κ. Πλάμεν Τόντσεφ είναι επικεφαλής του τμήματος Ασιατικών Σπουδών, Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων.

