Τις πολυδιάστατες αλλαγές που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη στον κόσμο της εργασίας και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική αγορά ανέδειξε η συζήτηση με τίτλο «Designing the AI-Augmented Workforce», στο πλαίσιο του συνεδρίου EmTech Europe 2026, που διοργανώνει η MIT Technology Review σε συνεργασία με την «Καθημερινή», με τη συμμετοχή της Lea Peersman, CEO & συνιδρύτριας της Lign.AI και ιδρύτριας της CIEL Studio, και του Φώτη Ρήγα, Executive Talent Director της Human Factor.
Ο κ. Ρήγας υπογράμμισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν πρόκειται να αντικαταστήσει την εργασία στο άμεσο μέλλον, αλλά να την επαναπροσδιορίσει. Οπως σημείωσε, «η εργασία δεν θα αντικατασταθεί από την τεχνητή νοημοσύνη τα επόμενα 5-10 χρόνια, αλλά θα επανασχεδιαστεί», περιγράφοντας ένα νέο περιβάλλον στο οποίο ένας «ψηφιακός συνεργάτης» θα λειτουργεί δίπλα στον επαγγελματία, ενισχύοντας την παραγωγικότητα και την ποιότητα της εργασίας.

Η υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης στην Ελλάδα προχωρά με ταχείς ρυθμούς, καθώς, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, «το 44,1% των ανθρώπων τη χρησιμοποιεί ήδη», με τη νεότερη γενιά να πρωτοστατεί. Ωστόσο, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της παραμένει περιορισμένη, καθώς –όπως εκτίμησε– «το 80% των ανθρώπων θα χρησιμοποιεί μόλις το 20% των δυνατοτήτων των εργαλείων της τεχνητής νοημοσύνης».
Ο ίδιος ανέδειξε τις δομικές προκλήσεις της ελληνικής αγοράς εργασίας, επισημαίνοντας τη δημογραφική συρρίκνωση, με τη γονιμότητα να διαμορφώνεται στο 1,27 και την προοπτική απώλειας έως και 1,5 εκατ. εργαζομένων μέχρι το 2045, καθώς και τη συνεχιζόμενη φυγή ταλέντου στο εξωτερικό. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το 95% των επιχειρήσεων στη χώρα απασχολεί λιγότερους από 9 εργαζόμενους, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα επενδύσεων σε τεχνολογία και εκπαίδευση.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο χάσμα δεξιοτήτων, σημειώνοντας ότι «υπάρχει έλλειμμα δεξιοτήτων αλλά και έλλειψη τρόπων εκπαίδευσης για την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης», ενώ έθεσε και κρίσιμα ερωτήματα γύρω από την κουλτούρα των οργανισμών και τη διαθεσιμότητα δεδομένων για τη λήψη αποφάσεων. Ταυτόχρονα, αναφέρθηκε στις ηθικές προεκτάσεις της τεχνητής νοημοσύνης, προειδοποιώντας ότι μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα, αλλά και να δημιουργήσει μη ρεαλιστικές προσδοκίες ή να υποτιμήσει την ανθρώπινη συμβολή.
Από την πλευρά της, η κ. Peersman προσέγγισε το θέμα από μια βαθύτερα ανθρωποκεντρική σκοπιά, θέτοντας το ερώτημα «τι θέλουμε να κάνουμε με την τεχνητή νοημοσύνη» και όχι απλώς πώς θα τη χρησιμοποιήσουμε. Οπως ανέφερε, «η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένας καθρέφτης, όχι ένα πεπρωμένο», επισημαίνοντας ότι οι κυρίαρχες αφηγήσεις για το μέλλον της εργασίας συχνά απομακρύνονται από την πραγματική ουσία των αλλαγών.

Η ίδια ανέδειξε την ανάγκη δημιουργίας νέων «υποδομών» για την εργασία και τη μάθηση, προειδοποιώντας ότι η υπερβολική εξάρτηση από την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία μάθησης, ιδίως όταν οι βασικές δεξιότητες ανατίθενται εξαρχής στην τεχνολογία. Οπως χαρακτηριστικά σημείωσε, «δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε μια σκάλα από τον δεύτερο όροφο», αναφερόμενη στη σημασία της θεμελίωσης της γνώσης.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη δεξιότητα της αυτοδιαχείρισης, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Η πιο σημαντική δεξιότητα στο μέλλον της εργασίας είναι η αυτοδιαχείριση». Σε ένα περιβάλλον όπου τα όρια της εργασίας μεταβάλλονται –με δυνατότητα απασχόλησης από οπουδήποτε, σε πολλαπλούς ρόλους και σε διαφορετικές φάσεις ζωής– η ικανότητα οργάνωσης, μάθησης και συναισθηματικής διαχείρισης καθίσταται κρίσιμη.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η αξία δεν βρίσκεται στις ίδιες τις θέσεις εργασίας αλλά στους ανθρώπους, σημειώνοντας ότι η επένδυση στην «ανθρώπινη τεχνολογία» παραμένει ανεπαρκής. Οπως ανέφερε, «η δουλειά δεν έχει αξία – εμείς έχουμε», θέτοντας στο επίκεντρο τη σημασία της ανθρώπινης δημιουργικότητας, παρουσίας και νοήματος.
Κλείνοντας, απηύθυνε μια ευρύτερη πρόσκληση προβληματισμού, συνδέοντας το μέλλον της εργασίας με το μέλλον της κοινωνίας και της εκπαίδευσης. «Σας προσκαλώ να σκεφτείτε περισσότερο ως το εσωτερικό σας παιδί αλλά και ως γονείς», ανέφερε, ενώ υπογράμμισε ότι «η τέχνη του να μεγαλώνουμε είναι μια πρόκληση που αφορά όλους μας, ανεξαρτήτως ηλικίας».

