Θεοφάνης Τάσης: Και από τον άνθρωπο τι θα απομείνει;

Θεοφάνης Τάσης: Και από τον άνθρωπο τι θα απομείνει;

Η δημιουργία μιας τεχνητής υπερνοημοσύνης δεν είναι πολύ μακριά. Πρέπει να πατήσουμε φρένο; Πρέπει να φοβόμαστε; Ο καθηγητής Φιλοσοφίας της Πληροφορίας Θεοφάνης Τάσης δεν είναι καθησυχαστικός

7' 56" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Αυτή είναι μια «τρομακτική» συνέντευξη. Υπό την έννοια ότι όσα συζητήσαμε με τον προσφάτως επαναπατρισθέντα καθηγητή Φιλοσοφίας Θεοφάνη Τάση (από το φθινόπωρο θα διδάσκει Φιλοσοφία της Πληροφορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο), εκτός από πνευματικώς ελκυστικά, αποδείχθηκαν και ιδιαζόντως ανησυχητικά. Τουλάχιστον έτσι ακούστηκαν στα (πιθανώς) τεχνοφοβικά αυτιά μου.

Αφορμή για τη συνάντησή μας ήταν η έκδοση του νέου του βιβλίου «Ψηφιακός Ανθρωπισμός ΙΙ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός. Εχοντας χαρτογραφήσει ήδη από τον πρώτο τόμο τη μορφολογία της ψηφιακής επέλασης αποστασιοποιούμενος από την προσωπική εμπειρία, έξι χρόνια μετά ο κ. Τάσης περνάει από τη θεωρητική περιγραφή στην υπαρξιακή αναμέτρηση, έχοντας πλέον σε πρώτο πλάνο τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης (Τ.Ν.). Ενα αντικείμενο που φαίνεται να τον συναρπάζει και να τον τρομάζει την ίδια στιγμή επειδή, μεταξύ άλλων, «τα όρια ανάμεσα στο αυθεντικό και στο αλγοριθμικά παραγόμενο αποσαθρώνονται», όπως γράφει και ο ίδιος.

Αλλά αυτό μοιάζει να είναι το λιγότερο – ή τουλάχιστον το λιγότερο επιβλαβές. Χωρίς να παραγνωρίζει τις προφανείς θετικές συνιστώσες της τεχνολογικής επανάστασης που θα αλλάξει τη ζωή μας τα επόμενα χρόνια με τρόπους αδιανόητους για τον άνθρωπο που πρόλαβε την αναλογική εποχή, ο γεννημένος και μεγαλωμένος στο Μόναχο Ελληνας καθηγητής και συγγραφέας κεντρίζει τις ηθικές μας κεραίες ως προς τις συνέπειες της ταχείας προόδου της Τ.Ν., ενώ ταυτόχρονα αναζητεί τρόπους καλλιέργειας αναστοχαστικών τεχνών του βίου έτσι ώστε να διατηρήσουμε την «ανθρωπινότητά» μας σε καιρούς ψηφιακής επέλασης.

Ο Θεοφάνης Τάσης ισχυρίζεται ότι σήμερα χρησιμοποιούμε μόλις το 3% των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης. «Δεν είναι πολύ διαφορετικό από τα πρώτα χρόνια του Διαδικτύου», υπενθυμίζει. «Η διαφορά είναι ότι τότε μας πήρε περίπου μία δεκαετία για να εξοικειωθούμε με τις βασικές ψηφιακές λειτουργίες, ενώ τώρα οι αντίστοιχες ταχύτητες είναι σαρωτικές, οι δυνατότητες αλλάζουν από μήνα σε μήνα, το ίδιο και ο βαθμός εμπλοκής μας».

Θα μπορεί ό,τι κι εμείς – Σε 25 χρόνια είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα έχει επιτευχθεί τεχνητή γενική νοημοσύνη. Δηλαδή, μια τεχνητή νοημοσύνη που θα είναι σε θέση να επιτελεί όσα επιτελούμε εμείς, με την ποιότητα που τα επιτελούμε εμείς ή ακόμη και καλύτερη εξ ημών.

Ενας άλλος κόσμος

Στην εισαγωγή του βιβλίου ανακαλεί μια εικόνα της κόρης του (δύο ετών σήμερα, 20 μηνών τότε) να τρέχει γελώντας πίσω από ένα ρομπότ που ταξινομούσε βιβλία στη δημόσια βιβλιοθήκη του Ελσίνκι. Οταν τον ρωτώ πώς φαντάζεται τον κόσμο στον οποίο θα ζήσει η κόρη του σε 20 ή σε 25 χρόνια από σήμερα, δεν μπορεί να συγκρατήσει μια έκφραση συγκατάβασης και θλίψης μαζί. «Σε 25 χρόνια, αγαπητέ μου, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα έχει επιτευχθεί τεχνητή γενική νοημοσύνη. Δηλαδή, μια τεχνητή νοημοσύνη που θα είναι σε θέση να επιτελεί όσα επιτελούμε εμείς, με την ποιότητα που τα επιτελούμε εμείς ή ακόμη και καλύτερη εξ ημών».

Οντως, η πρόβλεψη για την επίτευξη της γενικής τεχνητής νοημοσύνης τοποθετείται από τους πρωτεργάτες της τεχνολογίας της Τ.Ν., όπως ο διευθύνων σύμβουλος της Open AI Σαμ Αλτμαν και ο Ντάριο Αμοντέι, σημερινός διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, που έχει δημιουργήσει το AI σύστημα Claude, ή ο νομπελίστας Ντέμης Χασάμπης, σε 3-8 χρόνια από σήμερα. «Επομένως, σε 20 χρόνια, που η κόρη μου θα είναι ενήλικη, υπάρχει πολύ σοβαρή πιθανότητα να έχουμε πετύχει μια “τεχνητή υπερνοημοσύνη”, δηλαδή μια νέα μορφή νοημοσύνης πέρα από τα όρια του ανθρωπίνως κατανοητού. Μιλάμε για ένα άλλο στάδιο της ανθρωπότητας σε 25 χρόνια, έναν κόσμο που θα έχει λύσει το ενεργειακό πρόβλημα, θα έχουμε πετύχει πυρηνική σύντηξη (ελεγχόμενη προφανώς και σε συνθήκες δωματίου), με λίγα λόγια ένα περιβάλλον διαφορετικής θέσμισης, με πιθανότατα διαφορετικό πολίτευμα. Αυτά, αν όλα εξελιχθούν όπως μας λένε ότι θα εξελιχθούν και όπως φαίνεται, θα εξελιχθούν όπως πηγαίνουμε αυτή τη στιγμή».

Τα τελευταία του λόγια με ταράζουν κάπως. Οσα θα μου εξηγήσει παρακάτω δεν θα με καθησυχάσουν ιδιαίτερα. «Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι ότι η τεχνοεπιστήμη μοιάζει να αυτονομείται. Δηλαδή προηγείται με μία διαφορά φάσης από την πολιτική. Αυτοί που αλλάζουν τον κόσμο και τη ζωή μας σήμερα δεν είναι τόσο οι πολιτικοί, αλλά οι επενδυτές και ιδρυτές των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίοι οραματίζονται έναν κόσμο με βάση δικές τους βλέψεις, προτιμήσεις και συμφέροντα. Αυτή είναι μια βασική διαφορά σε σχέση με τους επενδυτές/επιχειρηματίες/ευεργέτες του 20ού αιώνα. Οι επιχειρηματικές ελίτ του περασμένου αιώνα δεν είχαν ένα όραμα αλλαγής του κόσμου. Εβγαζαν πολλά χρήματα, παρήγαν προϊόντα, βελτίωναν την καθημερινότητα, αλλά μέχρι εκεί. Αντιθέτως, ο Αλτμαν και ο Αμοντέι θέλουν να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο. Δηλαδή σε μια εποχή που η πολιτική βρίσκεται σε κρίση, οι πρωτεργάτες της τεχνοεπιστήμης έχουν αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Πλην όμως η δική μου ανησυχία, η επιπλέον ανησυχία, είναι ότι πιθανώς είναι αυταπατώμενοι όταν πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν την τεχνοεπιστήμη. Πιθανώς η ίδια τεχνοεπιστήμη να αυτονομηθεί πολύ σύντομα και από αυτούς».

Η αξία της διαδικασίας – Ενας υπολογιστής θα μας νικήσει στο σκάκι, αλλά εμείς παρακολουθούμε το σκάκι για να δούμε τον άνθρωπο να κάνει το λάθος, να αγωνιά. Η σημασία, λοιπόν, βρίσκεται στη διαδικασία, όχι στο αποτέλεσμα.
Κι εκεί ίσως αποδειχθούμε ως είδος ανίκητοι.

Πότε θα πούμε «αρκετά»;

Σε αυτό το σημείο ο καθηγητής Τάσης εγείρει το θέμα της ύβρεως. «Κάποια στιγμή, όχι πολύ μακριά από το σήμερα, θα πρέπει να κάνουμε την ουσιαστική συζήτηση: Μέχρι πού θέλουμε να φτάσουμε; Πότε θα πούμε “αρκετά”; Πρέπει ως ανθρωπότητα, αλλά και ως άτομα, να μπορούμε να πούμε “αρκετά”. Διαφορετικά, ας αναρωτηθούμε: Μέχρι πού θέλουμε να συνεχίσουμε και να διακινδυνεύσουμε; Τι ακριβώς κερδίζουμε αυτή τη στιγμή, συνεχίζοντας σε αυτήν την κατεύθυνση;».

Ευτυχώς η συζήτηση ξεστρατίζει σε λίγο πιο οικεία εδάφη. Τι θα συμβεί με τη δημοσιογραφία, για παράδειγμα; «Το γράψιμο θα είναι καθεαυτό νοηματοφόρο», είναι ο «χρησμός» του Θεοφάνη Τάση. «Οσοι γράφουν εργαλειακά απλώς θα αντικατασταθούν», συνεχίζει. «Προφανώς θα υπάρξει στο μεσοδιάστημα ένα υβρίδιο συνεργατικής σχέσης, αλλά πιο σύντομα απ’ ό,τι νομίζουμε τα πράγματα θα ξεκαθαρίσουν».

Ο ίδιος φαντάζεται ένα (όχι τόσο πολύ) μελλοντολογικό σενάριο όπου ο μοναδικός επαρκής τρόπος για να αποδείξεις ότι είσαι επαΐων θα είναι αποκλειστικά η διά ζώσης εμπειρία. Οτιδήποτε άλλο (ψηφιακή επικοινωνία, βίντεο, βιβλία, άρθρα, podcast κ.λπ.) θα είναι διάτρητο, κανείς δεν θα μπορεί να είναι 100% βέβαιος ότι είσαι όντως εσύ αυτός που έγραψε αυτό ή το άλλο ή κάποιο μοντέλο Τ.Ν. «Μόνο σε μια συνάντηση στην πραγματική ζωή θα μπορείς να κρίνεις την ποιότητα κάποιου», επισημαίνει.

Επεκτείνοντας ακόμη περισσότερο το μελλοντολογικό του σενάριο, εικάζει ότι αυτή η «επιστροφή» στη φυσική πραγματικότητα πιθανώς να διασκεδάζει τον άνθρωπο του 2045 ή του 2050, γιατί δεν θα είναι καθόλου αυτονόητη. Σε αυτό το σημείο, μου θυμίζει ότι μέχρι το τέλος του χρόνου ή τις αρχές του 2027 η Apple θα έχει κυκλοφορήσει τα περίφημα ΑΙ «γυαλιά» της. «Θα κυκλοφορούμε και θα διαβάζουμε διαρκώς πληροφορίες. Θα βλέπουμε τη θερμοκρασία, θα βλέπουμε βελάκια που θα μας καθοδηγούν στον προορισμό μας, θα μας ενημερώνουν για το πού βρίσκεται ο φίλος ή η φίλη μας, θα παρακολουθούμε εξατομικευμένες διαφημίσεις, θα μπορούμε να κάνουμε βιντεοσυνομιλίες όσο περπατάμε, θα μας μιλάει κάποιος σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνουμε και θα έχουμε σε πραγματικό χρόνο τη μετάφραση όσων μας λέει».

Τον ακούω και σκέφτομαι ότι όντως τα πράγματα μπορεί να πάνε πολύ χειρότερα. «Οταν συνηθίσουμε να ζούμε σε αυτό το περιβάλλον επαυξημένης πραγματικότητας, το να βγάλεις τα γυαλιά θα είναι ακόμη πιο δύσκολο (ή επώδυνο, αν προτιμάτε) από το να κλείσεις σήμερα το κινητό σου. Ξαφνικά θα νιώθεις άοπλος και με έναν τρόπο “γυμνός”». Τα Apple Glasses θα είναι το επόμενο στάδιο στην πορεία της ανθρωπότητας προς την «εικονιστική» συνθήκη, έναν όρο που ο κ. Τάσης χρησιμοποιεί από το 2012 περιγράφοντας τη συνύπαρξη σώματος και ψηφιακής εικόνας εαυτού. «Αυτός ο κόσμος με ανησυχεί βαθιά· συγχρόνως, όμως, ως ανθρωπιστής θέλω να πιστεύω ότι θα καταφέρουμε να προστατεύσουμε την αυτονομία μας».

Τι θα κάνουμε με το πλεόνασμα ελεύθερου χρόνου

Η ενήλικη κόρη του θα διαβάζει το βιβλίο του μπαμπά της όπως χαζεύουμε σήμερα κόμικ επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του ’50; «Αν το διαβάσει το 2045, σίγουρα το 95% θα είναι εντελώς ξεπερασμένο. Ωστόσο, υπάρχουν δύο ερωτήματα που εικάζω ότι θα διατηρούν την αξία τους και σε 20 χρόνια από σήμερα: κατ’ αρχάς, με ποιον τρόπο θα προστατεύσουμε και θα εμπλουτίσουμε την ανθρωπινότητά μας σε μια συνθήκη όπου οι μηχανές θα επιτελούν σχεδόν τα πάντα για εμάς και δεύτερον, πώς θα χειριστούμε το υπερπλεόνασμα ελεύθερου χρόνου το οποίο αναπόφευκτα θα μας κληροδοτήσει η εικονιστική συνθήκη».

Ως προς τα εργαλεία που έχουμε στα χέρια μας για να διατηρήσουμε την ανθρώπινη διάστασή μας, ο Θεοφάνης Τάσης επιστρατεύει μια αγαπημένη του φιλοσοφική έννοια, την «επιμέλεια εαυτού». «Θα ήταν φρόνιμο να επιλέξουμε ποιες δραστηριότητες έχουν αξία για εμάς και να μην τις αναθέσουμε στην τεχνητή νοημοσύνη. Αν βγαίνεις με φίλους και χαλαρώνεις, δεν θα βάλεις την Τ.Ν. να το κάνει. Αν γράφεις ερωτικές επιστολές, μη βάλεις την Τ.Ν., γιατί καταστρέφεται η ουσία της διαδικασίας. Στις εργαλειακές δραστηριότητες, εκεί μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία για να εξοικονομήσουμε χρόνο, τον οποίο όμως και πάλι δεν θα πρέπει να “επενδύσουμε» κάπου, αλλά να τον αφήσουμε “ελεύθερο”, αντιμετωπίζοντας την πλήξη, το άγχος ή ό,τι άλλο προκύψει. Να τον αποδεχθούμε, ακόμη και αν είναι δύσκολος, γιατί αυτός είναι ο ανθρώπινος χρόνος».

Και εν τέλει, η τέχνη

Τέλος, υπάρχει και η τέχνη. «Η τέχνη δεν είναι μόνο το τελικό αποτέλεσμα (η εικόνα ή η μελωδία), αλλά και η ιστορία του δημιουργού της: ο πόνος του, το περιβάλλον που τον διαμόρφωσε, η απόρριψη. Αυτό νοηματοδοτεί το έργο τέχνης. Η τέχνη δεν είναι απλώς η τελική παρτιτούρα· είναι η αγωνία, το λάθος. Ενας υπολογιστής θα μας νικήσει στο σκάκι, αλλά εμείς παρακολουθούμε το σκάκι για να δούμε τον άνθρωπο να κάνει το λάθος, να αγωνιά. Η σημασία, λοιπόν, βρίσκεται στη διαδικασία, όχι στο αποτέλεσμα. Και εκεί ίσως αποδειχθούμε ως είδος ανίκητοι».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT