Την περασμένη εβδομάδα στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο των εργασιών του ΟΗΕ για την κοινωνική ανάπτυξη, συμμετείχα σε συζητήσεις υψηλού επιπέδου για τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της Τεχνητής Νοημοσύνης (Τ.Ν.). Η Τ.Ν. δεν αντιμετωπίστηκε ως ακόμη μία καινοτομία, αλλά ως κρίσιμη υποδομή της ψηφιακής παγκοσμιοποίησης και μηχανισμός ανακατανομής οικονομικής υπεραξίας και γεωπολιτικής ισχύος.
Το ερώτημα δεν ήταν τεχνολογικό. Ηταν ζήτημα ελέγχου.
Ποιος ελέγχει τα chips, το compute, το hyperscale cloud και τα foundation models; Δηλαδή, ποιος ελέγχει τις υποδομές πάνω στις οποίες στηρίζεται το σύνολο της οικονομίας της Τ.Ν. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα για την Ευρώπη – και η ουσία της συζήτησης περί «αποσύζευξης» από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η «στοίβα» της Τ.Ν. ως αρχιτεκτονική ισχύος
Η Τ.Ν. οργανώνεται σε μια ιεραρχημένη «στοίβα» (AI stack): προηγμένοι ημιαγωγοί, υπολογιστική ισχύς υψηλών επιδόσεων, υπερκλίμακας υποδομές cloud (hyperscale cloud), θεμελιώδη μοντέλα (foundation models) και, στο τελικό επίπεδο, εφαρμογές.
Η στοίβα αυτή δεν είναι ουδέτερη τεχνική αρχιτεκτονική. Είναι αρχιτεκτονική ισχύος.
Στα ανώτερα και στρατηγικότερα επίπεδά της, η συγκέντρωση είναι έντονη. Τα προηγμένα chips, οι hyperscale υποδομές cloud και τα μεγάλα foundation models παραμένουν σε συντριπτικό βαθμό συγκεντρωμένα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αμερικανικοί πάροχοι ελέγχουν πάνω από το 70% της ευρωπαϊκής αγοράς cloud – σε ορισμένες εκτιμήσεις έως και 80–85%. Η εξάρτηση είναι δομική.
Με απλά λόγια: η Ευρώπη λειτουργεί πάνω σε υποδομές που δεν ελέγχει.
Ρυθμίζει; Ναι.
Ελέγχει τους στρατηγικούς κόμβους; Οχι.
Ρύθμιση χωρίς υποδομική ισχύ
Η Ευρώπη είναι αναμφίβολα ρυθμιστική δύναμη (regulatory power): από την προστασία δεδομένων έως την πολιτική ανταγωνισμού και τον Κανονισμό για την Τ.Ν. (AI Act). Ομως η ρυθμιστική ισχύς δεν ισοδυναμεί με υποδομική ισχύ (infrastructural power).
Στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, τα ανώτερα σημεία ελέγχου (chips, compute, hyperscale cloud, foundation models) καθορίζουν τεχνικά πρότυπα, τιμές, διαδρομές καινοτομίας και κατανομή προσόδων. Μπορείς να ρυθμίζεις την αγορά· αν δεν ελέγχεις την υποδομή, δεν καθορίζεις τους όρους του παιχνιδιού.
Η διαφορά ανάμεσα στη ρύθμιση και στον έλεγχο της υποδομής είναι η διαφορά ανάμεσα σε επιρροή και εξάρτηση.
Αν η Ευρώπη παραμείνει κυρίως χώρος εφαρμογών και υιοθέτησης, χωρίς ουσιαστική παρουσία στα ανώτερα επίπεδα της στοίβας, διατρέχει κίνδυνο σχετικής υποβάθμισης (relative downgrading) στη διεθνή κατανομή αξίας της Τ.Ν.
Τι σημαίνει αυτό για την εργασία
Οι συνέπειες για τους Ευρωπαίους εργαζομένους είναι άμεσες.
Οι υψηλά αμειβόμενες θέσεις σε ημιαγωγούς, cloud architecture και model development συγκεντρώνονται εκεί όπου βρίσκονται η υποδομή και τα οικοσυστήματα καινοτομίας. Χωρίς υποδομική παρουσία, η Ευρώπη μετατρέπεται σε downstream υιοθετητή, όχι σε upstream δημιουργό αξίας.
Οταν τα κρίσιμα συστήματα σχεδιάζονται και ελέγχονται εκτός Ευρώπης, η δυνατότητα επιρροής σε θεμελιώδεις αρχιτεκτονικές επιλογές –από την αλγοριθμική διαχείριση έως τα πρότυπα δεδομένων– περιορίζεται στο επίπεδο εφαρμογής. Η Ευρώπη διαπραγματεύεται τους όρους χρήσης, όχι τους όρους σχεδιασμού της Τ.Ν.
Το είδαμε με τις ψηφιακές πλατφόρμες της gig economy και το μοντέλο platformization που ξεκίνησε από τη Σίλικον Βάλεϊ. Αλγοριθμικές αρχιτεκτονικές σχεδιάστηκαν ώστε να συνδυάζουν υψηλό βαθμό ελέγχου με περιορισμένη εργοδοτική ευθύνη, μεταφέροντας τον επιχειρηματικό κίνδυνο στον εργαζόμενο. Η Ευρώπη χρειάστηκε χρόνια για να ρυθμίσει ένα πεδίο στο οποίο οι βασικοί κανόνες είχαν ήδη ενσωματωθεί στον κώδικα. Οταν ένας αλγόριθμος καθορίζει ποιος λαμβάνει εργασία και ποιος αποκλείεται, όταν ένα σύστημα αξιολόγησης επηρεάζει άμεσα το εισόδημα ενός εργαζομένου, τότε ο κώδικας λειτουργεί ως μηχανισμός διακυβέρνησης – code as governance. Η ισχύς έχει ήδη κατανεμηθεί πριν παρέμβει ο νομοθέτης.
Xωρίς σοβαρή ενσωμάτωση κοινωνικού διαλόγου και δίκαιων προτύπων εργασίας στη βιομηχανική πολιτική για την Τ.Ν., η αναδιάρθρωση θα γίνει «πάνω» στους εργαζομένους, όχι «μαζί» τους. Και τότε η Ευρώπη δεν θα έχει απλώς τεχνολογικό έλλειμμα, θα έχει έλλειμμα νομιμοποίησης.
Η γοητεία — και τα όρια — του τεχνολογικού εθνικισμού
Μπροστά στην αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια και στην ασύμμετρη εξάρτηση από λίγους, πανίσχυρους τεχνολογικούς «κόμβους» (cloud hyperscalers, chips, δεδομενικές υποδομές), κερδίζει έδαφος μια πολιτικά ελκυστική αντίδραση: ο «τεχνολογικός εθνικισμός» (techno-nationalism). Πρόκειται για το δόγμα που συνδέει άμεσα την τεχνολογική ισχύ μιας χώρας ή μιας ένωσης κρατών με την οικονομική ευημερία και την εθνική ασφάλεια. Συνεπώς, το κράτος οφείλει να ανακτήσει έλεγχο πάνω σε κρίσιμες τεχνολογίες και να μειώσει την εξάρτηση από ξένους παρόχους μέσω βιομηχανικής πολιτικής, περιορισμών επενδύσεων και ρυθμιστικών εργαλείων.
Η πολιτική του γοητεία είναι προφανής: υπό πίεση, η «αυτάρκεια» λειτουργεί σαν καθαρή, καθησυχαστική υπόσχεση. Το βλέπουμε σε εμβληματικές κινήσεις «ψηφιακής κυριαρχίας». Η Γαλλία, για παράδειγμα, έχει ανακοινώσει ότι θα αντικαταστήσει πλατφόρμες όπως Microsoft Teams και Zoom στη δημόσια διοίκηση με εγχώρια λύση (Visio / sovereign platform) έως το 2027, επικαλούμενη λόγους ασφάλειας, εμπιστευτικότητας και κυριαρχίας.
Εδώ βρίσκεται και το όριο του τεχνολογικού εθνικισμού: σε απόλυτους όρους, καμία περιοχή δεν μπορεί να είναι πλήρως αυτόνομη σε κρίσιμες τεχνολογίες όπως η Τ.Ν. Κανένα σύγχρονο chip δεν είναι αμιγώς «εθνικό»: σχεδιασμός, εργαλεία λιθογραφίας, παραγωγή, υλικά, ερευνητικά δίκτυα, δεδομένα και ταλέντο είναι κατανεμημένα διεθνώς.
Ο δρόμος μπροστά: από τα άκρα στη στρατηγική ωριμότητα
Ο ακραίος τεχνολογικός εθνικισμός είναι μη ρεαλιστικός και συχνά οδηγεί σε προστατευτισμό με φιλόδοξους αλλά ανέφικτους στόχους. Η ιδέα, ότι ένα κράτος μπορεί να «αυτονομηθεί» πλήρως σε κρίσιμες τεχνολογίες, αγνοεί το πώς λειτουργούν στην πράξη οι παγκόσμιες αλυσίδες αξίας: το είδαμε με την ενέργεια, τα εμβόλια, τα κρίσιμα ορυκτά. Η εξάρτηση δεν είναι πρόβλημα όταν είναι αμοιβαία και διαχειρίσιμη· γίνεται πρόβλημα όταν είναι μονομερής και ασύμμετρη.
Από την άλλη, η άκριτη αποδοχή της εξάρτησης είναι στρατηγική ευήθεια. Η χρήσιμη ζώνη βρίσκεται στη μέση, σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε στρατηγική ωριμότητα: πώς αποκτάς έλεγχο, προβλεψιμότητα και ανθεκτικότητα σε κρίσιμους κόμβους μέσα σε ένα σύστημα αλληλεξάρτησης. Πώς μειώνεις το ρίσκο χωρίς να διαρρηγνύεις το δίκτυο που παράγει την ίδια την καινοτομία. Εκεί εντάσσεται η ιδέα της συνεργατικής τεχνολογικής κυριαρχίας (collaborative technology sovereignty): όχι αυταπάτες ότι «τα έχουμε όλα εντός των συνόρων», αλλά θεσμικά και παραγωγικά συστήματα που διασφαλίζουν πρόσβαση, κανόνες, εναλλακτικές αλυσίδες και αξιόπιστες συμμαχίες με ομονοούσες χώρες, ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος χωρίς να διαλύεται η διεθνής συνεργασία.
Σε πρακτικούς όρους, αυτό σημαίνει: επιλεκτική αυτάρκεια σε κρίσιμες δυνατότητες — υπολογιστική ισχύ, ημιαγωγούς, δημόσιες δεδομενικές υποδομές, κυβερνοασφάλεια, κρίσιμα πρότυπα. Διαφοροποίηση εφοδιασμού και μείωση μονομερών εξαρτήσεων (πολλαπλές πηγές, πολλαπλές διαδρομές, σχέδια συνέχειας) · και στρατηγική αναβάθμιση θέσης (strategic upgrading) στην παγκόσμια αλυσίδα αξίας της Τ.Ν. με επένδυση σε έρευνα, υποδομές, καινοτομία και παραγωγικές ικανότητες – εκεί όπου η Ευρώπη μπορεί να «κρατήσει κόμβους».
Η ιστορία μας θυμίζει κάτι σχεδόν «ειρωνικό» (γιατί πηγαίνει κόντρα στο ένστικτο που γεννά ο φόβος): τα πιο ανθεκτικά συστήματα δεν είναι ούτε κλειστά ούτε αφελώς ανοιχτά. Είναι δικτυωμένα και στρατηγικά οργανωμένα. Στον κόσμο της Τ.Ν. και των ημιαγωγών, δεν κερδίζει όποιος φωνάζει «κυριαρχία», ούτε όποιος επαναλαμβάνει «παγκοσμιοποίηση χωρίς όρους». Κερδίζει όποιος σχεδιάζει δίκτυα με επίγνωση ισχύος, εξάρτησης και κινδύνου.
Αυτό ακριβώς είναι το νέο πεδίο άσκησης πολιτικής. Ζούμε σε εποχή γεωοικονομίας, όπου η τεχνολογία αποτελεί ταυτόχρονα εργαλείο ανάπτυξης και πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού — και εκεί κρίνεται η ωριμότητα των κρατών και των ηγεσιών τους.
Η δρ Μαρίλη Μέξη είναι Senior Policy Advisor σε θέματα Εργασιακής και Κοινωνικής Πολιτικής στο Geneva Graduate Institute (Ελβετία), Visiting Fellow στο Cornell University (ΗΠΑ) και εμπειρογνώμων διεθνών οργανισμών με έδρα τη Γενεύη και τη Νέα Υόρκη.

