Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν η υπερβολή και τα διαφημιστικά κονδύλια, υπάρχουν κάποια ενάρετα ονόματα που δεν συζητιούνται πολύ. Στον χώρο του ρολογιού, η Zenith είναι -κατά τη γνώμη μου- ένας από τους μεγαλύτερους άγνωστους ήρωες που του αξίζει θέση στο πάνθεον της υψηλής ωρολογοποιίας. Ας εξηγήσω γιατί.
Ο σχεδιασμός των μέσων του 20ού αιώνα είναι για μένα κάτι σαν ναρκωτικό για τις αισθήσεις – είτε μιλάμε για ένα έπιπλο G-Plan, για ένα σέξι, μικρό MGB roadster (ή μια Aston DB9 αν το πορτοφόλι το επιτρέπει) είτε για μια αφηρημένη καρφίτσα-κόσμημα του Andrew Grima. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η πλειονότητα των ρολογιών που ανασύρονται απ’ τα αρχεία τα τελευταία χρόνια προέρχονται από εκείνη τη «χρυσή» δεκαετία του ’60 και του ’70. Κι αν μερικοί Οίκοι τα καταφέρνουν καλύτερα από άλλους στο να ικανοποιούν την πιο μυρωδάτη νοσταλγία της ωρολογοποιίας, κανείς δεν έχει φτάσει στην κορυφή του design της εποχής εκείνης όπως η Zenith. Το μυστικό της επιτυχίας της είναι πως παραμένει πιστή στις αναλογίες και στις λεπτομέρειες των πρωτοτύπων, χωρίς να «χοντραίνει» τις κάσες για να ταιριάξουν σε σύγχρονα γούστα – και πιο εύσωμους καρπούς –, ενώ ενσωματώνει μοντέρνους, αποτελεσματικούς μηχανισμούς στο εσωτερικό.

Όμως όλα αυτά τα θαυμάσια ρολόγια που βλέπουμε να παρουσιάζει ο Οίκος σήμερα ίσως να μην είχαν υπάρξει ποτέ, αν δεν ήταν ένας ωρολογοποιός της Zenith, ο κύριος Charles Vermot. Κατά τη διάρκεια της «κρίσης του quartz» τη δεκαετία του ’70, όταν η εταιρεία είχε περάσει σε αμερικανικά χέρια (μάλιστα, σε μια εταιρεία ηλεκτρικών συσκευών με το ίδιο όνομα), ο Vermot και οι συνάδελφοί του έλαβαν την εντολή να στείλουν όλα τα εργαλεία παραγωγής του θρυλικού μηχανισμού El Primero για σκραπ, καθώς το μέλλον – έλεγαν – ήταν τα ρολόγια με μπαταρία. Αψηφώντας τις διαταγές, ο Vermot άρχισε να κρύβει μυστικά όλον τον εξοπλισμό και τα σχέδια σε μια σοφίτα του εργοστασίου, της οποίας την πόρτα έκλεισε και έχτισε. Μόλις το 1982, όταν η εταιρεία άλλαξε ιδιοκτησία και επέστρεψε σε «φιλομηχανικά» χέρια, αποκάλυψε το μυστικό του και το δωμάτιο ανασκάφηκε σαν τάφος Αιγύπτιου Φαραώ.
Το χώρο αυτόν μπορεί κανείς να τον επισκεφθεί σχεδόν όπως ήταν τότε: χιλιάδες κομμάτια και σχέδια στιβαγμένα στα ράφια λυγίζουν κάτω από το βάρος του μετάλλου. Η μυρωδιά λαδιού, χάλυβα, σκόνης και δέρματος πλημμυρίζει τον αέρα σε αυτόν τον χώρο που θυμίζει την ιστορία της Άννας Φρανκ, ψηλά στα δοκάρια. Σε συγκινεί. Μα δεν είναι μόνο ένα μνημείο παγωμένο στον χρόνο – η πρωτοβουλία του Vermot διέσωσε την κληρονομιά της Zenith και εξοικονόμησε εκατομμύρια ελβετικά φράγκα σε εργαλεία, αφού τα πρωτότυπα καλούπια του El Primero μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν ξανά. Κι όπως λένε… «τα υπόλοιπα είναι ιστορία».

Το συγκρότημα του εργοστασίου στο Le Locle μοιάζει με ένα μωσαϊκό 17 κτιρίων που ξεπήδησαν οργανικά κατά τη διάρκεια των 160 χρόνων ζωής της Zenith. Ο ήλιος λούζει κάθε αίθουσα μέσα από τεράστια παράθυρα, με θέα σαν χριστουγεννιάτικη καρτ-ποστάλ στους καπνούς των καμινάδων και τους κυματιστούς λόφους του Neuchâtel. Αν δούλευα εκεί, μάλλον θα χαζοκοίταζα όλη μέρα έξω από το παράθυρο. Η παρουσία του ιδρυτή Georges Favre-Jacot είναι παντού· τα αρχικά του G.F.J. ξεχωρίζουν με χρώμα κατακόκκινο στους τοίχους κάθε ορόφου. Ήταν τόσο δεμένος με το εργοστάσιο του, ώστε όρισε να ενταφιαστούν οι στάχτες του μέσα στο ίδιο το κτίριο – όπως βεβαιώνει η πλάκα στην είσοδο.
Περπατώντας με την άσπρη ποδιά από ένα εργαστήριο στο άλλο, μένεις μαγεμένος βλέποντας τους ωρολογοποιούς να δουλεύουν σχεδόν υπνωτισμένοι, είτε γυαλίζοντας τις πλάκες ενός μηχανισμού μικρά ξύλινα εργαλεία, σχεδιασμένα για λεπτοδουλειά, είτε συναρμολογώντας μικροσκοπικά, κινούμενα εξαρτήματα με την ακρίβεια οδοντιάτρου. Η σκάλα του κεντρικού κτιρίου μοιάζει βγαλμένα από τα μέσα του περασμένου αιώνα: σκαλοπάτια από πράσινο μάρμαρο και ξύλινα κάγκελα teak που θα άξιζαν δική τους σελίδα σε coffee-table βιβλίο της Assouline. Στο γραφείο σχεδιασμού, όπου συνήθως βρίσκονται ο Creative Director Sébastien Gobert και ο Chief Product Officer Romain Marietta, οι τοίχοι είναι καλυμμένοι με αναφορές σε εμβληματικά κινήματα σχεδίου του περασμένου αιώνα – ανάμεσά τους και ποπ εικόνες από τη συνεργασία της Zenith με την εταιρεία επίπλων USM. Παντού χειρόγραφα σκίτσα, χρωματικοί πίνακες Pantone και ένα τεράστιο χρηματοκιβώτιο που φυλά τα μελλοντικά μυστικά επτασφράγιστα. Ανοίγεις ένα συρτάρι και ανταμοίβεσαι βρίσκοντας καντράν από μαργαριτάρι, μάτι τίγρης ή μαλαχίτη – ή μετρητές χρονογράφων σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Τα μοντέλα Defy Revival της Zenith είναι από τα πιο γοητευτικά ρολόγια των τελευταίων ετών – κάθε φορά που παρουσιάζεται ένα νέο, ανεβαίνει η αδρεναλίνη μου. Λατρεύω τη συμμετρία στα καντράν και αν μισώ κάτι είναι το παράθυρο ημερομηνίας στο 3. Το προτιμώ στο 6 -ή καθόλου. Κι όμως, το Defy Revival κάπως καταφέρνει να «ξεγλιστρά» με την ένδειξη στο 5– τόσο όμορφα τοποθετημένη ανάμεσα στους κοφτούς ωροδείκτες που «εξαφανίζεται» στο περιβάλλον σαν κομάντο της SAS με πλήρη παραλλαγή.
Τα ρολόγια της συλλογής El Primero, από την άλλη, είναι ίσως οι ωραιότεροι τριπλοί χρονογράφοι που σχεδιάστηκαν ποτέ: τέλεια ισορροπημένα καντράν, ρετρό τυπογραφία, «γεμάτα» μπρασελέ τύπου σκάλας και μονοχρωμίες που αντέχουν στο χρόνο. Το El Primero Perpetual Calendar με καντράν από lapis lazuli είναι ένα τρισδιάστατο κόσμημα – και δεν έχουμε ακόμη φτάσει στο ομορφότερο «πρόσωπο» της φετινής Watches & Wonders: Το G.F.J., με καντράν από lapis lazuli και guilloché σε σχέδιο τούβλου, ένας φόρος τιμής στο κτίριο και στον ιδρυτή του Οίκου για τα 160 χρόνια του. Το να δοκιμάζεις το ένα μετά το άλλο τόσο όμορφα ρολόγια ήταν σχεδόν μεταφυσική εμπειρία – κι εγώ θα ήμουν ευτυχής να θαφτώ με οποιοδήποτε απ’ αυτά στον καρπό μου.

