Η κλιματική κρίση προκαλεί όλο και πιο συχνά φαινόμενα ακραίων θερμοκρασιών και καύσωνα, τα οποία μάλιστα όσο περνάει ο καιρός καθίστανται εντονότερα σε κλίμακα και διάρκεια, με τις συνέπειές τους για την υγεία να αποβαίνουν περισσότερο επιβλαβείς και θανατηφόρες, όπως προειδοποιούν επιστήμονες.
Σύμφωνα με νέα έρευνα που είδε προ ημερών το φως της δημοσιότητας, η αύξηση της θερμοκρασίας μπορεί να δυσχεράνει τη σωματική άσκηση, προκαλώντας 500.000 επιπλέον θανάτους ετησίως.
Είναι πια ορατός ο κίνδυνος το τρέξιμο ή ακόμη και ένας περίπατος να γίνουν περισσότερο δύσκολα σε έναν πλανήτη που υπερθερμαίνεται. Σύμφωνα με τη νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό Lancet, η άνοδος της θερμοκρασίας θα μπορούσε να προκαλέσει αύξηση της σωματικής αδράνειας, οδηγώντας σε εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον πρόωρους θανάτους ετησίως έως το 2050.
Αναλύοντας δεδομένα από 156 χώρες, την περίοδο 2000-2022, οι ερευνητές μελέτησαν πώς οι αυξανόμενες θερμοκρασίες μπορεί να επηρεάσουν τη φυσική άσκηση στο μέλλον, υποστηρίζοντας ότι κάθε επιπλέον μήνας ακραίας ζέστης θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά τα επίπεδα σωματικής αδράνειας σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδίως στις περιοχές με χαμηλότερα εισοδήματα. «Η ζέστη αυξάνει την αιμάτωση του δέρματος και την εφίδρωση, με αποτέλεσμα να εντείνονται η καρδιαγγειακή καταπόνηση, ο κίνδυνος αφυδάτωσης και η αίσθηση της σωματικής κόπωσης», σημειώνεται στην έρευνα.
Σύμφωνα με άλλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο ίδιο περιοδικό (Lancet), τα ακραία φαινόμενα καύσωνα προκάλεσαν περίπου 546.000 θανάτους ετησίως μεταξύ του 2012 και του 2021, αύξηση 63% σε σχέση με τα ποσοστά που παρατηρήθηκαν τη δεκαετία του 1990. Η έλλειψη σωματικής άσκησης είναι παγκόσμια υγειονομική πρόκληση, η οποία ήδη ευθύνεται για το 5% των θανάτων ενηλίκων παγκοσμίως, ενώ μέχρι το 2050 μπορεί να οδηγήσει σε έως και 500.000 επιπρόσθετους πρόωρους θανάτους ετησίως και σε απώλειες παραγωγικότητας ύψους από 2,4 έως 3,68 δισ. δολαρίων κατ’ έτος. Πρόκειται για έναν ήδη σημαντικό παράγοντα κινδύνου που μπορεί να οδηγήσει σε καρδιαγγειακές παθήσεις, διαβήτη τύπου 2, ορισμένους τύπους καρκίνου και ψυχικές διαταραχές, οι οποίες μπορούν όλες να μειώσουν το προσδόκιμο ζωής.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις αναμένονται σε περιοχές που ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω των υψηλών θερμοκρασιών όπως η κεντρική Αμερική, η Καραϊβική, η ανατολική υποσαχάρια Αφρική και χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας, όπου η σωματική αδράνεια ενδέχεται να αυξηθεί κατά περισσότερο από τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες κάθε μήνα. Τα φαινόμενα μοιάζει να επηρεάζουν δυσανάλογα γυναίκες και νέους, με την έρευνα να σημειώνει ότι η σωματική αδράνεια ενδέχεται να αυξηθεί περισσότερο ανάμεσά τους, καθώς αυτοί συχνά δεν έχουν πρόσβαση σε κλιματιζόμενους χώρους.
Η μελέτη επισημαίνει, επιπλέον, πως μπορεί να γίνει αποτελεσματικότερος ο σχεδιασμός των πόλεων, ώστε αυτές να ευνοούν τη σωματική δραστηριότητα, για παράδειγμα μέσα από τη δημιουργία συνδεδεμένων δικτύων με σημεία σκιάς, ανακλαστικών επιφανειών, υδάτινων στοιχείων και δημόσιων χώρων που θα προστατεύονται από τις ακραίες καιρικές συνθήκες.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν την ανάγκη να αντιμετωπίζεται η σωματική δραστηριότητα ως ζήτημα δημόσιας υγείας που επηρεάζεται από το κλίμα, και όχι αποκλειστικά ως ατομική επιλογή τρόπου ζωής.
Οπως υποδεικνύει σειρά μελετών, η άσκηση μπορεί να μειώσει τη θνησιμότητα. Μια άλλη μελέτη που δημοσιεύθηκε πέρυσι στην επιθεώρηση British Journal of Sports Medicine (BJSM) έδειξε ότι οι ενήλικοι που αλλάζουν τον τρόπο ζωής τους από καθιστικό σε ενεργό μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο θνησιμότητας κατά 22%.
Μια άλλη μελέτη που δημοσιεύθηκε πέρυσι έδειξε ότι το να περπατάει κανείς μόλις 7.000 βήματα την ημέρα συνδέεται με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης ενός ευρέος φάσματος ασθενειών, όπως είναι για παράδειγμα η άνοια, οι καρδιακές παθήσεις, η κατάθλιψη, ο διαβήτης τύπου 2 και ο καρκίνος.
Σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, η οποία επίσης δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Lancet, τα οφέλη διαφέρουν ανάλογα με την πάθηση και ενδεικτικά κυμαίνονται από μείωση κατά 6% του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου έως και κατά 38% του κινδύνου εμφάνισης άνοιας.
