Ακόμη και πριν από την έγκριση των επαναστατικών θεραπειών για τη νόσο Αλτσχάιμερ που χορηγήθηκε τα τελευταία δύο χρόνια, κάποιοι ηλικιωμένοι επισκέπτονταν τον νευρολόγο δρα Andrew Budson εκφράζοντας έντονη ανησυχία για τα προβλήματα σκέψης και μνήμης που αντιμετώπιζαν. Ήξεραν ότι η ικανότητά τους για διαχείριση της καθημερινής τους ζωής είχε μειωθεί, αλλά δεν καταλάβαιναν γιατί. Μετά από εξετάσεις, ο δρ Budson βρισκόταν στη δυσάρεστη θέση να τους πει ότι είχαν πράγματι αυτή την ανίατη εκφυλιστική νόσο, η οποία σταδιακά θα επιδεινωνόταν.
Όμως αυτή η αποκάλυψη συχνά προκαλούσε μια περίεργη αντίδραση: «Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους έφευγαν από το ιατρείο μου πιο χαρούμενοι από ό,τι ήταν όταν μπήκαν, επειδή τώρα καταλάβαιναν πλέον τι ήταν αυτό που τους συνέβαινε», θυμάται ο δρ Budson, λέκτορας νευρολογίας στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ. «Πιστεύω πραγματικά ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να ξέρουν – και είμαι σίγουρος ότι αυτοί που θέλουν να ξέρουν είναι ακόμη περισσότεροι τώρα, που έχουν ακούσει ότι υπάρχουν πιθανές θεραπείες».
Παρόλο που το να μάθει κάποιος αν έχει νόσο Αλτσχάιμερ μπορεί να μοιάζει σαν να ανοίγει το κουτί της Πανδώρας, πρόσφατη δημοσκόπηση σε ηλικιωμένους Αμερικανούς έδειξε ότι η συντριπτική πλειοψηφία –το 79%– θα ήθελε να γνωρίζει αν βρίσκεται στα πρώτα στάδια της νόσου Αλτσχάιμερ, ενώ το 91% θα ήθελε να υπάρχει κάποια εξέταση αίματος με βιοδείκτη που να δείχνει με βεβαιότητα την ύπαρξη της νόσου. Περίπου το 92% δήλωσε επίσης ότι μάλλον ή σίγουρα θα ήταν πρόθυμο να λάβει ένα φάρμακο που θα επιβράδυνε την εξέλιξη της νόσου.
Τα ευρήματα της έρευνας, η οποία περιλάμβανε 1.700 άτομα ηλικίας 45 ετών και άνω, δημοσιεύθηκαν από την Εταιρεία Αλτσχάιμερ των ΗΠΑ στις 29 Απριλίου 2025. Η οργάνωση αυτή ανέφερε επίσης ότι για πρώτη φορά ο αριθμός των ατόμων 65 ετών και άνω που ζουν με νόσο Αλτσχάιμερ στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε ξεπεράσει τα επτά εκατομμύρια – σχεδόν τα δύο τρίτα εξ αυτών ήταν γυναίκες.

Όμως, οι εντυπωσιακές εξελίξεις στη διάγνωση και στη θεραπεία μπορεί να κάνουν τους ανθρώπους να φοβούνται λιγότερο τη νόσο Αλτσχάιμερ σε σχέση με το παρελθόν, δηλώνουν οι ειδικοί του Χάρβαρντ.
«Η νόσος Αλτσχάιμερ θεωρείτο ουσιαστικά θανατική καταδίκη του χείριστου είδους, κατά την οποία κανείς χάνει στην κυριολεξία το μυαλό του, κάτι που μπορεί να είναι ιδιαίτερα τρομακτικό», παρατηρεί ο δρ Budson. «Όμως οι άμεσα ενδιαφερόμενοι δεν φοβούνται τόσο να μάθουν την αλήθεια όσο φοβούνται οι οικογένειές τους. Μπορεί να είναι ανακουφιστικό να γνωρίζεις τι σου συμβαίνει».
Πώς δρουν οι νεότερες θεραπείες
Η νόσος Αλτσχάιμερ ξεκινά στον εγκέφαλο με εναποθέσεις μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται β-αμυλοειδές, οι οποίες συσσωρεύονται για να σχηματίσουν πλάκες. Με τα χρόνια –και κάποιες φορές στη διάρκεια δεκαετιών– οι πλάκες επεκτείνονται και αρχίζουν να καταστρέφουν τα εγκεφαλικά κύτταρα, εξηγεί ο δρ Budson.
Oι εντυπωσιακές εξελίξεις στη διάγνωση και τη θεραπεία μπορεί να κάνουν τους ανθρώπους να φοβούνται λιγότερο τη νόσο Αλτσχάιμερ σε σχέση με το παρελθόν.
Στη συνέχεια, μια άλλη κολλώδης πρωτεΐνη, η οποία ονομάζεται πρωτεΐνη ταυ, έρχεται να επιδεινώσει το πρόβλημα, σχηματίζοντας μακριές αλυσίδες οι οποίες δημιουργούν συμπλέγματα (παρόμοια με κουβάρια) μέσα στα κύτταρα. «Όταν σχηματιστούν αυτά τα κουβάρια, τα κύτταρα πεθαίνουν, και αυτό είναι που προκαλεί την απώλεια μνήμης και τις άλλες γνωστικές διαταραχές που παρατηρούνται στη νόσο Αλτσχάιμερ», προσθέτει ο δρ Budson.
Οι σημερινές θεραπείες έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να αφαιρούν τις πλάκες αμυλοειδούς πριν αναπτυχθούν πολύ τα συμπλέγματα ταυ. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ ενέκρινε τη λεκανεμάμπη το 2023 και τη δονανεμάμπη το 2024. Χρησιμοποιούμενα μαζί με δονεπεζίλη (εγκρίθηκε το 1997 ως το πρώτο φάρμακο για τη νόσο Αλτσχάιμερ που μπορούσε να βελτιώσει τη σκέψη και τη μνήμη των ασθενών), τα δύο νεότερα φάρμακα πηγαίνουν ένα βήμα παρακάτω, επιβραδύνοντας την επιδείνωση της λειτουργίας του εγκεφάλου στα πολύ πρώιμα στάδια της νόσου.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η δονανεμάμπη, για παράδειγμα, μπορεί να επιβραδύνει την έκπτωση των λειτουργιών σε ένα διάστημα 18 μηνών κατά 22% έως 60%, ανάλογα με το πόσο νωρίς ξεκινά η θεραπεία κατά την πορεία της νόσου. «Το βασικό είναι ότι οι άνθρωποι μπορούν να παραμείνουν σταθεροί για μεγαλύτερο διάστημα όταν λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα παρά όταν δεν τα λαμβάνουν», αναφέρει ο δρ Budson.
Με την εμφάνιση αυτών των νέων θεραπειών, «τα πράγματα δεν μοιάζουν το ίδιο απελπιστικά», δηλώνει η δρ Suzanne Salamon, κλινική επικεφαλής γεροντολογίας στο Ιατρικό Κέντρο Israel Deaconess, που συνεργάζεται με το Χάρβαρντ. «Τα φάρμακα αυτά δεν κάνουν θαύματα, αλλά ανοίγουν έναν εντελώς νέο δρόμο».
Βελτιστοποίηση της διάγνωσης
Η ευκολότερη διάγνωση είναι άλλη μία πιθανή αιτία που κάποιος μπορεί να είναι πιο πρόθυμος να μάθει πού βρίσκεται σε σχέση με τη νόσο Αλτσχάιμερ, επισημαίνουν οι ειδικοί του Χάρβαρντ. Μια απλή εξέταση αίματος που ονομάζεται Lumipulse, η οποία εγκρίθηκε τον Μάιο του 2025, μπορεί να αντικαταστήσει με τον καιρό τη χρήση της τομογραφίας PET ή της οσφυονωτιαίας παρακέντησης για την ανίχνευση της παρουσίας πλακών αμυλοειδούς στον εγκέφαλο. «Κανένα από τα τεστ που διαθέταμε δεν ήταν τόσο ακριβές όσο μια εξέταση αίματος», σχολιάζει η δρ Salamon.
Οι νέες θεραπείες και τα φάρμακα δεν κάνουν θαύματα, αλλά ανοίγουν έναν εντελώς νέο δρόμο, κάνοντας τα πράγματα να μοιάζουν λιγότερο απελπιστικά.
Η εξέταση αίματος είναι επίσης ασφαλέστερη, φθηνότερη και λιγότερο επεμβατική και τρομακτική από μια οσφυονωτιαία παρακέντηση, προσθέτει ο δρ Budson. «Και, από πρακτικής πλευράς, είναι πιο απλό να συνταγογραφήσει ένας γιατρός πρωτοβάθμιας φροντίδας ή ένας νευρολόγος μια εξέταση αίματος, ενώ η οσφυονωτιαία παρακέντηση είναι μια ξεχωριστή διαδικασία που απαιτεί επιπλέον χρόνο και είναι δυσάρεστη», συμπληρώνει.
Ο δρ Budson συγκρίνει τη νεότερη διαδικασία –και τις διαθέσιμες θεραπείες– για τη νόσο Αλτσχάιμερ με την αντιμετώπιση του καρκίνου, υποστηρίζοντας την αναζήτηση έγκαιρης διάγνωσης. «Κατά τη γνώμη μου, όταν προσέρχεται κάποιος με απώλεια μνήμης, είναι όπως όταν προσέρχεται με συμπτώματα πιθανού καρκίνου», σχολιάζει. «Ξέρουμε ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους περισσότερους καρκίνους αρκετά καλά αν τους εντοπίσουμε νωρίς. Το ίδιο ισχύει και για τη νόσο Αλτσχάιμερ: πρέπει να κινηθούμε γρήγορα αν θέλουμε να την αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά».
Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα
Βέβαια, η πρώιμη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ έχει ξεκάθαρα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.

Υπέρ: Μπορείτε να προγραμματίσετε τη ζωή σας από νωρίς. Μια έγκαιρη διάγνωση σημαίνει ότι έχετε χρόνο να ορίσετε τις προτεραιότητές σας και να τις εκπληρώσετε – είτε θέλετε να κάνετε κάποιο ιδιαίτερο για εσάς ταξίδι είτε επιθυμείτε να σχεδιάσετε από πριν τη μακροχρόνια φροντίδα σας.
«Έχω πολλούς ασθενείς που λένε πως ανέβαλλαν συνεχώς να κάνουν το τάδε ταξίδι ή να γράψουν τα απομνημονεύματά τους, αλλά, αν είναι να το κάνουν κάποτε, πρέπει να είναι τώρα», λέει ο δρ Budson. «Κάποιοι άλλοι θέλουν να τακτοποιήσουν την ακαταστασία του σπιτιού τους στην οποία ζούσαν επί 50 χρόνια, έτσι ώστε να μην τη φορτώσουν στα παιδιά τους. Κάποιες οικογένειες θέλουν να κάνουν ορισμένες προσθήκες στο σπίτι τους ή να ψάξουν για δομές υποστηριζόμενης διαβίωσης, καθώς υπάρχουν διάφοροι τύποι διαμονής και μεγάλη δυνατότητα προγραμματισμού».
Κατά: Μπορεί να αντιμετωπίσετε τον στιγματισμό ή και χειρότερα προβλήματα. Ένα θετικό τεστ Αλτσχάιμερ στον ιατρικό φάκελο ενός ατόμου μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δουλειά του ή την ασφαλιστική του κάλυψη, επισημαίνει η δρ Salamon.
Υπέρ: Μπορείτε να ζητήσετε υποστήριξη. «Ο άνθρωπος κρύβει πολύ μεγάλη δύναμη μέσα του», λέει η δρ Salamon. «Αν γνωρίζετε τι έχετε μπροστά σας, είστε σε καλύτερη θέση να το αντιμετωπίσετε. Μπορείτε να κάνετε ψυχοθεραπεία ή να ακολουθήσετε συνεδρίες ψυχολογικής υποστήριξης αντί να ντρέπεστε που δεν θυμάστε πράγματα».
Κατά: Θα πρέπει να συμβιβαστείτε με μια τρομακτική αλήθεια. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, σε ορισμένα άτομα, η διάγνωση νόσου Αλτσχάιμερ προκαλεί κατάθλιψη και άγχος», λέει ο δρ Budson.
Υπέρ: Μπορεί να κινητοποιηθείτε έτσι ώστε να φροντίσετε να παραμείνετε όσο το δυνατόν πιο υγιείς. Για να διατηρήσουν περισσότερο τη σωματική και νοητική τους υγεία, τα άτομα με ήπια γνωστική δυσλειτουργία πρέπει να κάνουν αεροβική άσκηση, να τρώνε υγιεινά, να παραμένουν κοινωνικά δραστήρια, να χρησιμοποιούν βοηθήματα ακοής, αν χρειάζεται, και να αντιμετωπίζουν σωστά άλλες χρόνιες παθήσεις, όπως η υπέρταση, η υψηλή χοληστερόλη και ο διαβήτης – «όλα όσα μπορούν να βοηθήσουν να έχετε μια πιο υγιή ζωή, με καλύτερη μνήμη», λέει ο δρ Budson. «Για ορισμένους, η διάγνωση είναι το κάλεσμα αφύπνισης που χρειάζονταν».
Για πιο υγιή εγκέφαλο, παρακολουθείτε την κατανάλωση αλκοόλ
Αν βρίσκεστε σε ένα κοκτέιλ πάρτι και θέλετε να είστε κοινωνικές και να είστε σε θέση αργότερα να θυμάστε τα ονόματα και τα χαρακτηριστικά όσων συναντήσατε, έχετε πολύ περισσότερες πιθανότητες να τα καταφέρετε αν περιοριστείτε σε μη αλκοολούχα ποτά. «∆εν υπάρχει αμφιβολία ότι μία από τις άμεσες επιδράσεις του αλκοόλ είναι η μείωση των νοητικών ικανοτήτων και της μνήμης», δηλώνει ο δρ Andrew Budson, λέκτορας νευρολογίας στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ.
Έτσι, δεν τον εκπλήσσει το γεγονός ότι τα άτομα που πίνουν πολύ έχουν πολύ υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν αλλοιώσεις στον εγκέφαλο, οι οποίες συνδέονται με προβλήματα μνήμης και σκέψης, όπως έδειξε μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 13 Μαΐου 2025 στο επιστημονικό περιοδικό Neurology.

Οι ερευνητές ανέλυσαν νεκροψίες εγκεφάλου από 1.781 άτομα (50% γυναίκες) με μέσο όρο ηλικίας θανάτου τα 75 έτη. Στις νεκροψίες αναζητούσαν σημεία εγκεφαλικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένων των συμπλεγμάτων ταυ που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ και της υαλώδους αρτηριοσκλήρυνσης, δηλαδή της στένωσης και της σκλήρυνσης των μικρών αρτηριών που τροφοδοτούν τον εγκέφαλο. Συγγενείς απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικά με τις συνήθειες των θανόντων ως προς την κατανάλωση αλκοόλ και οι ερευνητές συνέκριναν τις αναφορές αυτές με την κατάσταση του εγκεφάλου των ατόμων.
Εκείνοι που έπιναν πολύ –ορίστηκαν ως τα άτομα που κατανάλωναν οκτώ ή περισσότερα αλκοολούχα ποτά την εβδομάδα– ήταν κατά 133% πιθανότερο να παρουσιάζουν εγκεφαλικές αλλοιώσεις που συνδέονται με γνωστική δυσλειτουργία, σε σχέση με τα άτομα που δεν έπιναν. Επιπλέον, τα άτομα που έπιναν πολύ στο παρελθόν, αλλά είχαν διακόψει, είχαν 89% περισσότερες πιθανότητες για παρόμοια ευρήματα. Επίσης, εκείνοι που έκαναν μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ απεβίωσαν κατά μέσο όρο 13 χρόνια νωρίτερα από όσους δεν έπιναν.
Ένα συνηθισμένο ποτό ισούται με 45 ml αποσταγμένο αλκοολούχο ποτό, 350 ml μπίρα ή με ένα ποτήρι κρασί των 150 ml. Επρόκειτο για μια μελέτη παρατήρησης, που σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό να αποδείξει πως η υψηλή κατανάλωση αλκοόλ προκαλεί εγκεφαλικές αλλοιώσεις, αλλά μόνο ότι υπάρχει ένας συσχετισμός. Ωστόσο, «το ασφαλέστερο που έχετε να κάνετε είναι να μην πίνετε», λέει ο δρ Budson.

