Την πρώτη επίσημη επιστημονική καταγραφή για τους αμπελώνες της Ελλάδας χαρτογράφησε το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από την έρευνα προκύπτει ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της επιφάνειας της χώρας είναι κατάλληλο για αμπελοκαλλιέργεια, κάτι που ούτως ή άλλως γνωρίζουν εδώ και αιώνες οι Ελληνες αγρότες. Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η αλλαγή των καιρικών συνθηκών που προκύπτει από την κλιματική αλλαγή μειώνει την καταλληλότητα και ίσως δυσκολέψει στο μέλλον τη βιωσιμότητα των αμπελιών σε εμβληματικές περιοχές για την Ελλάδα, όπως η Σαντορίνη και η Αττική. Στον αντίποδα, το μέλλον του ελληνικού αμπελιού μπορεί να βρίσκεται σε βορειότερες περιοχές και μεγαλύτερα υψόμετρα.
Εργαλείο
Ο επικεφαλής της έρευνας, βιοκλιματολόγος και μέλος του διδακτικού προσωπικού του ΓΠΑ, Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, λέει στην «Κ» ότι η έρευνα, όπως και η αντίστοιχη του πανεπιστημίου για την ελιά που ολοκληρώθηκε πριν από λίγους μήνες, είναι ένα εργαλείο που με τον κατανοητό τρόπο αξιολόγησης κάθε περιοχής, με βαθμολογία από το 0 για τις ακατάλληλες περιοχές έως το 5 για τις ιδανικές, απευθύνεται σε όλους όσοι εμπλέκονται στην αλυσίδα της αγροτικής παραγωγής, από τους καλλιεργητές έως τις κρατικές υπηρεσίες και τους ασφαλιστικούς φορείς, και απαντά με σαφήνεια πόσο προσφέρεται μια περιοχή για την καλλιέργεια αμπελιού. «Οι αμπελουργοί θα γνωρίζουν σε ποιες περιοχές θα μπορούν να επενδύσουν. Επίσης, το χαρτογραφικό υλικό είναι χρήσιμο τόσο σε αυτούς που ασφαλίζουν το γεωργικό προϊόν όσο και στο κράτος όταν σχεδιάζει την αγροτική πολιτική», τονίζει.

Ανθεκτικότητα
Οι ερευνητές αξιολόγησαν παραμέτρους όπως η κλίση και η μορφολογία του εδάφους, το υψόμετρο και ο προσανατολισμός της καλλιέργειας. Βαθμολόγησαν καθεμία παράμετρο και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα καταλληλότερα εδάφη βρίσκονται στη δυτική Ελλάδα, στην Κεντρική Μακεδονία, στη Θεσσαλία, στην Ανατολική Στερεά, στην Κρήτη και σε κάποια νησιά του Αιγαίου. Αντίθετα, τα χαμηλότερα σκορ καταγράφηκαν στις οροσειρές της Πίνδου και της Ροδόπης, στην Κεντρική Κρήτη, στη Σκάλα Λακωνίας και τη Βορειοανατολική Πελοπόννησο. Με λίγα λόγια, το μεγαλύτερο μέρος της χώρας είναι λιγότερο ή περισσότερο κατάλληλο για την εγκατάσταση αμπελώνων. Πρόκειται για ένα εύρημα που δεν προκαλεί έκπληξη: «Το αμπέλι είναι σκληροτράχηλο. Αγαπάει τις πιο άγονες και άνυδρες περιοχές, τα ανώμαλα και επικλινή εδάφη. Οπότε αναμέναμε ότι μεγαλύτερες επιφάνειες θα είχαν υψηλότερο σκορ», εξηγεί ο κ. Χαραλαμπόπουλος.
Αβέβαιο μέλλον
Αυτή είναι η κατάσταση σήμερα. Στο μέλλον, σύμφωνα με τον κ. Χαραλαμπόπουλο, η κλιματική αλλαγή κατά πάσα πιθανότητα θα ανατρέψει τα δεδομένα. Οπως λέει, οι αμπελουργοί περιγράφουν ήδη προβλήματα σε κάποιες περιοχές. «Υπάρχει ήδη ισχυρή πίεση στις Κυκλάδες όπου το σκορ είναι σχετικά χαμηλό. Αν ρωτήσει κάποιος στη Σαντορίνη θα μάθει ότι πέρυσι η σοδειά δεν ήταν η επιθυμητή. Αν συνεχιστεί αυτό το φαινόμενο, τα επόμενα χρόνια ίσως υπάρξει πραγματικό πρόβλημα», τονίζει και προσθέτει: «Το σκορ που καταγράψαμε στην Αττική είναι επίσης χαμηλό και αναμένεται να γίνει χαμηλότερο. Από την κλιματική αλλαγή φαίνεται να επηρεάζονται και περιοχές όπως η Αργολίδα, το Ηράκλειο και η Ρόδος».

Ο καθηγητής του ΓΠΑ σημειώνει πως είναι καλύτερες οι αξιολογήσεις που βρίσκονται σε πιο βόρειες περιοχές της Ελλάδας και σε μεγαλύτερα υψόμετρα. «Σκεφτόμαστε ότι η παραγωγή προϊόντων του αμπελιού θα πρέπει να πάει βορειότερα και ψηλότερα αν θέλουμε να προσαρμοστούμε στην κλιματική αλλαγή», λέει και εξηγεί: «Το αμπέλι αντέχει χωρίς νερό, αλλά θέλει να δροσίζεται το βράδυ, οπότε η αύξηση της νυχτερινής θερμοκρασίας θα δημιουργήσει πρόβλημα. Οταν συμβεί αυτό λόγω της κλιματικής αλλαγής, οι καλλιέργειες θα πρέπει να γίνονται σε μεγαλύτερο υψόμετρο και να επιλεγούν περιοχές που θα είναι προσανατολισμένες προς την πιο δροσερή πλευρά, δηλαδή προς τον Βορρά. Σήμερα, θεωρούμε καταλληλότερα τα εδάφη που έχουν προσανατολισμό στον Νότο, αλλά αυτό θα αλλάξει».

