Aγριες φάρσες και έξω καρδιά 

Ο «σκληρός πυρήνας» της παλιοπαρέας στη Θεσσαλονίκη που με τις αστείρευτες εμπνεύσεις του άφησε ιστορία

8' 30" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Hταν Φεβρουάριος. Στα νεκροταφεία της Αναστάσεως του Κυρίου, στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, γινόταν μνημόσυνο για τον θρυλικό φωτορεπόρτερ Γιάννη Κυριακίδη, που είχε φύγει από τη ζωή ένα χρόνο πριν. Ομως τούτη η τελετή δεν ήταν σαν τις άλλες. 

Είχαν μαζευτεί γύρω από τον τάφο του για να αποτίσουν φόρο τιμής, οι εν ζωή εναπομείναντες της «παλιοπαρέας», που έγραψε ιστορία στη διασκέδαση της Θεσσαλονίκης. Η ιδέα για το μνημόσυνο ήταν του γνωστού βιομηχάνου Αντώνη Δούδου.

Ο Δούδος με τον Γιάννη Κυριακίδη και τον δημοσιογράφο Δημήτρη Γουσίδη συγκροτούσαν την «αγία τριάδα» που επί χρόνια αναστάτωνε με αστεία και φάρσες τις ταβέρνες και τα καπηλειά που κυριαρχούσαν τότε στη διασκέδαση, στη Θεσσαλονίκη.

Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και στο κάλεσμα είχαν ανταποκριθεί καμιά σαρανταριά «εντιμότατοι φίλοι» του.

Για το τελετουργικό είχε επιστρατευθεί και γνωστός ιερέας που συχνά «ευλογούσε» τις ουζο-συνάξεις τους και ενίοτε κατέφευγαν σε αυτόν για… άφεση αμαρτιών. Με το που ξεκίνησε ο ιερέας να ψάλλει το «ανάπαυσον ο Θεός τον δούλο σου και κατάταξον αυτόν εν παραδείσω, όπου χοροί των αγίων…», ένα κατάλευκο σύννεφο στάθηκε πάνω στο μνήμα και απόθεσε «εκείνον». 

Aγριες φάρσες και έξω καρδιά -1
Δημήτρης Γουσίδης, Αντώνης Δούδος, Γιάννης Κυριακίδης. Η «τρόικα» του γλεντιού και της φάρσας. «Τη μια μέρα ζούσαμε εν ειρήνη, και την επομένη χτυπούσαν τα τύμπανα του πολέμου. Εννοείται πως η εμπόλεμη κατάσταση κρατούσε ελάχιστα, όπως και οι ημέρες ειρήνης», έλεγε ο Δούδος.

Είχε στο στήθος κρεμασμένη τη «μεγάλη ερωμένη του», μια φωτογραφική μηχανή Nikon με φακό «28άρι», και στο στόμα ένα μισοσβησμένο πούρο Montecristo. Επικράτησε πανικός. Οι παρευρισκόμενοι μη πιστεύοντας στα μάτια τους, έσπευσαν έντρομοι να «καλυφθούν» πίσω από γειτονικά μνήματα. Αμίλητος «εκείνος», έκατσε οκλαδόν στην ταφόπλακα, έβγαλε από το αμπέχονο ένα πενηνταράκι ούζο «Βαρβαγιάννη», μια κονσέρβα «με σαρδελίτσες» και άρχισε να πίνει και να τραγουδάει το αγαπημένο του «Μινόρε της αυγής». 

Κάποιος που είχε συνέλθει από την τρομάρα, πρόλαβε και του φώναξε, καθώς «απογειωνόταν», να δώσει πολλούς χαιρετισμούς στον Παναγιώτη Σπύρου, τον Γουσίδη, τον Ανέστη Πεταλίδη, τον «βάτραχο» και «τα άλλα παιδιά του τριωδίου», όπως ο Κυριακίδης αποκαλούσε «τρυφερά» τους φίλους του.

ΠΡΟΣΟΧΗ! Ολα τα παραπάνω ήταν ένα σενάριο φαντασίας όπως το είχαν σκηνοθετήσει τα μέλη της «παλιοπαρέας», σχεδιάζοντας… ένα θαύμα. 

Hταν η εποχή της ταβέρνας και της παρέας, της ρετσίνας, του καλού φαγητού, της κουβέντας και του γέλιου. Οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν πιο ζεστές, η διασκέδαση συλλογική και οι παρέες είχαν αυθορμητισμό. Ακόμα και μέσα στην Κατοχή, τη δικτατορία, σε δύσκολες στιγμές, ακούγονταν και γίνονταν καντάδες.

Ο Αντώνης Δούδος, τελευταίος εν ζωή της «τρόικας», δούλευε πολύ καιρό στο μυαλό του ένα τέτοιο σενάριο και μου το είχε εκμυστηρευτεί, ως την «τελευταία πλάκα» που ήθελε να κάνει. Δεν πρόλαβε να το σκηνοθετήσει στο πεδίο. Στις αρχές του μήνα αναχώρησε και εκείνος για τους ουρανούς, να συναντήσει τους γλεντζέδες συντρόφους του. 

«Με τον Γουσίδη και τον Κυριακίδη είχαμε γίνει ένα ιδιόμορφο τρίο που τη μια μέρα ζούσαμε εν ειρήνη, και την επομένη χτυπούσαν τα τύμπανα του πολέμου. Εννοείται πως η εμπόλεμη κατάσταση κρατούσε ελάχιστα, όπως και οι ημέρες ειρήνης», συνήθιζε να λέει ο Δούδος.

«Hταν η εποχή της ταβέρνας και της παρέας, της ρετσίνας, του καλού φαγητού, της κουβέντας και του γέλιου. Οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν πιο ζεστές, η διασκέδαση συλλογική και οι παρέες είχαν αυθορμητισμό. Ακόμα και μέσα στην Κατοχή, τη δικτατορία, σε δύσκολες στιγμές, ακούγονταν και γίνονταν καντάδες. Στη δικτατορία, ειδικά, γινόταν αντίσταση στις ταβέρνες με ρετσίνα, Θεοδωράκη, και πολιτικολογία. Η έννοια της παρέας είχε πραγματικό περιεχόμενο…», σημειώνει ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης.

Aγριες φάρσες και έξω καρδιά -2
Γλέντι στην ταβέρνα της «Δόμνας», στην Πάνω Πόλη. Αριστερά, ο καρδιοχειρουργός Παναγιώτης Σπύρου.

Oι «περιφερειακοί»

Γύρω από την «τρόικα» συσπειρώνονταν και οι λεγόμενοι «περιφερειακοί». Hταν όλοι πρόσωπα γνωστά και ευυπόληπτα στην κοινωνία: επιστήμονες, μεγαλοεπιχειρηματίες, άνθρωποι του πνεύματος –και του οινοπνεύματος– πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, οικογενειάρχες που τους συνέδεε η αόρατη κλωστή της λατρείας για ομαδικές γλεντοσυνάξεις, τολμηρά αστεία και απίστευτες πλάκες.

Ο καρδιοχειρουργός Παναγιώτης Σπύρου, ο «πατριάρχης» του μπάσκετ Ανέστης Πεταλίδης, ο παλαιός προπονητής της εθνικής ομάδας στην πάλη, Στέφανος Φιλιππίδης, ο επιχειρηματίας Σταύρος Λαζαρίδης, ο εισοδηματίας Εδουάρδος Λιβαδάς, ο ταβερνιάρης Τάκης Νικολαΐδης, ο δικηγόρος Σπύρος Σακέτας, ήταν μερικοί από τους αστέρες της ταβέρνας και των ουζερί. Και είχαν όλοι τους παρατσούκλια: «τρελός», «Ντούτσε», «Αρκούδα», «χασάπης», «μυρμηγκοφάγος», «βάτραχος», «Γιάννης Αγιάννης», «τηγανιά», «Βιδολόγος»…  

Σύχναζαν κατά διαστήματα στα ουζερί του «Καπετάν Βαγγέλη», του «Ανάπηρου», στην «Αγορά» του Χατζηδιάκου, στις ταβέρνες της «Δόμνας», του Παγουλάτου, στο «Πήρε και βραδιάζει», ή όπως αλλιώς «Ιερά Μονή Σουρωμένου», στην αγορά Μοδιάνο, και τις μεταμεσονύκτιες ώρες κατέβαιναν συνήθως για… after στην «υπόγα» ή «βόθρο» ή «Μέγαρο Μουσικής», όπως αποκαλούσαν στη δική τους “γλώσσα” το underground ρεμπετάδικο του «Μινουί», όπου η αρχοντο-ρεμπέτισσα Λιλή –και αυτή στο κόλπο– τους γλεντούσε έως το χάραμα, οπότε αγανακτισμένη τους «κατευόδωνε» από μικροφώνου με «τρυφερά μπινελίκια» του τύπου: «άιντε, παλιόπαιδα, σπίτια δεν έχετε;».

Εκαναν εδώ συνάξεις τα βράδια, έβγαλαν τα συνθήματα της προεκλογικής εκστρατείας που ήταν “ψηφίστε Σακέτα για να φτηνύνει η φέτα”, “κάθε πλατεία και ταβέρνα, κάθε γωνιά και ουζερί”, τύπωσαν φέιγ βολάν με τα οποία γέμιζαν τις ταβέρνες και τα πεζοδρόμια.

Οπου και αν πήγαιναν, ό,τι και αν έτρωγαν και έπιναν, το «επιδόρπιο» ήταν πάντα τα αστεία και οι πλάκες. Στη «Δόμνα», στην Πάνω Πόλη, προσέφεραν ο ένας στον άλλον για κατσικίσιο τυρί, κομματάκια φελιζόλ με λαδορίγανη. Στην ταβέρνα του Παγουλάτου, την οποία προτιμούσαν, καθώς, όπως έλεγαν, δεν νερώνει την εκ Καρύστου ρετσίνα, γιατί είναι τέτοιος τεμπέλης που βαριέται να κάνει και αυτό ακόμα, οι ρετσινομαχίες και οι συναυλίες με κιθάρες και ακορντεόν, ολοκληρώνονταν πάντα με παιγνίδι… μπακαρά. Στην «Ιερά Μονή Σουρωμένου», στη γιορτή του Ασώτου, όπου με φόντο αφίσες με το σύνθημα –«όλα τα κιλά όλα τα κρασιά»– ένωναν τις δυνάμεις τους με τους «Λεχρίτες», που και αυτοί άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στη Θεσσαλονίκη της «καλής διασκέδασης», στον βωμό της «θεάς ρετσίνας» πίνοντας και τραγουδώντας.

Το «Μινουί»

Ηταν μια εποχή –δεκαετίες ’70, ’80 ’90– που η λαϊκή μουσική στη Θεσσαλονίκη είχε ως σημείο αναφοράς το ρεμπετάδικο του «Μινουί» στο κέντρο της πόλης.

Εκεί «ξεναγούσαν», μετά τις μαχητικές οινοποσίες, τα εξ Αθηνών ορμώμενα «επίτιμα μέλη» της παρέας: Λευτέρη Παπαδόπουλο, Κώστα Παπαϊωάννου, Νίκο Κακαουνάκη, Μανώλη Μητσιά κ.ά. 

Aγριες φάρσες και έξω καρδιά -3
Λευτέρης Παπαδόπουλος, Γιάννης Κυριακίδης, Δημήτρης Γουσίδης. Ο «Πρόεδρος» ήταν «επίτιμο μέλος» της παρέας των γλεντζέδων της Θεσσαλονίκης. 

Μαρτυρία προσωπική: ένα βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, καθώς κατέβαινα τα σκαλιά κάτω από τη γη στο «Μινουί», είδα στην πίστα να χορεύει τις «Βεργούλες» ένας ρασοφόρος.

Ηταν γνωστός Αγιορείτης κοσμοπολίτης καλόγερος, για τον οποίο η Αρλέτα έγραψε αργότερα το περίφημο μπαρ «Ναυάγιο» όπου είχε κάτσει και τα «ήπιε μ’ έναν άγιο».

Πολλοί εκπρόσωποι της πολιτικής, των τεχνών, του επιχειρείν, αλλά και της λαχαναγοράς, έσμιγαν κατά καιρούς σ’ αυτή την καταπληκτική «κατακόμβη» του ρεμπέτικου. Μέχρι και ο κορυφαίος δημοσιογράφος Λέων Καραπαναγιώτης είχε θεαθεί φορώντας γραβάτα να διασκεδάζει με την ψυχή του. 

Στην αγορά Μοδιάνο –κατ’ εξοχήν τόπος προσκυνήματος– γίνονταν πλάκες επικές και ανάλογα με τις συνθήκες, λαμβάνονταν από την παρέα και… αντιπολεμικές πρωτοβουλίες.

Ελάχιστα από τα στέκια όπου γράφτηκαν ένδοξες σελίδες στη διασκέδαση της πόλης έχουν απομείνει. Είναι ακόμα η «Δόμνα», το «Πήρε και βραδιάζει», η Αγορά, ίσως και κάποια άλλα, που έχουν κρεμασμένες στους τοίχους τους φωτογραφίες και κολάζ, από έναν τρόπο γλεντιών που χάθηκε. 

Οπως συνέβη μεσούντος του εμφυλίου πολέμου στη Γιουγκοσλαβία: Τότε, γενειοφόρος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, υψηλών πατριωτικών τόνων και λάτρης του ούζου, αποφάσισε να μεταβεί στη Βοσνία για να πολεμήσει στο πλευρό των «αδελφών Σέρβων» του Μλάντιτς και του Κάρατζιτς. Και στη διαδρομή έκανε στάση στη Θεσσαλονίκη. 

Προσκλήθηκε, λοιπόν, από την παρέα για ούζο στο Μοδιάνο, «πλάκωσαν» τα νταούλια και οι ζουρνάδες, του την έπεσαν οι ομοτράπεζοι στους οποίους είχε προστεθεί και ο Κωστής Μοσκώφ, και στο τέλος ο επίδοξος εθελοντής πείστηκε πως θα ήταν καλύτερο να γυρίσει στην Αθήνα, άκαπνος, αντί ν’ αφήσει τα κοκαλάκια του σε κάποιο δάσος της Βοσνίας.

Κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο σκληρός «πυρήνας» των γλεντζέδων αποφάσισε πως είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για εμπλοκή τους στα κοινά ώστε να δοθεί ώθηση στο «όραμά» τους, γύρω από την κουλτούρα της διασκέδασης. 

Ενθάρρυναν, λοιπόν, τη συμμετοχή σε ψηφοδέλτιο του δικηγόρου Σπύρου Σακέτα, και έστησαν εκλογικό κέντρο –που αλλού;– στη «Δόμνα». 

Ο σημερινός ιδιοκτήτης της ιστορικής ταβέρνας, σερβιτόρος τότε, Κώστας Νικολαΐδης, θυμάται: «Εκαναν εδώ συνάξεις τα βράδια, έβγαλαν τα συνθήματα της προεκλογικής εκστρατείας που ήταν “ψηφίστε Σακέτα για να φτηνύνει η φέτα”, “κάθε πλατεία και ταβέρνα, κάθε γωνιά και ουζερί”, τύπωσαν φέιγ βολάν με τα οποία γέμιζαν τις ταβέρνες και τα πεζοδρόμια». 

Σε κάποια γενέθλια του Κυριακίδη έφτασε στο γραφείο του ένα καλαίσθητο πακέτο με ευχετήρια κάρτα και άγνωστο αποστολέα. 

Αντί για δώρο μέσα είχε τρία μικρά… φιδάκια απ’ αυτά που χρησιμοποιούνταν στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή ως πειραματόζωα. Στη θέα τους ο παραλήπτης κόντεψε να πάθει συγκοπή. Αφού τα εξουδετέρωσε ο βοηθός του, τηλεφώνησε στον Δούδο για να του ρίξει μερικά «γαλλικά», πιστεύοντας –όχι άδικα– ότι αυτός σκάρωσε τη φάρσα. Ο Δούδος όμως του έδωσε να καταλάβει ότι τη «δουλειά» την έκανε ο Γουσίδης και μάλιστα του είπε ότι τα φίδια ήταν τέσσερα και όχι τρία που εξουδετέρωσε, συνιστώντας του αν δεν βρει το τέταρτο να καταναλώσει σκόρδα για να το διώξει. Ο Κυριακίδης αφού εφοδιάστηκε με μια αρμαθιά σκόρδα ετοίμασε την «αντεπίθεση».

Εκρηξη

Το πρωί της επομένης η πολυκατοικία που στέγαζε τα γραφεία του συγκροτήματος Λαμπράκη, όπου επικεφαλής ήταν ο Γουσίδης, τραντάχτηκε από δύο ισχυρές εκρήξεις. Οι δημοσιογράφοι που εκείνη την ώρα εργαζόμασταν –ανάμεσά τους ο γράφων– πεταχτήκαμε έξω, το οικοδομικό τετράγωνο αναστατώθηκε, πλάκωσε η αντιτρομοκρατική με προστατευτικές στολές, όπλα και σκυλιά, ήρθε ο ίδιος ο διευθυντής της ασφάλειας Μιχάλης Νηστικάκης και τα τηλεοπτικά κανάλια εγκαταστάθηκαν στο πεζοδρόμιο ενημερώνοντας σε απ’ ευθείας συνδέσεις την κοινή γνώμη περί «τρομοκρατικής επίθεσης στα γραφεία του ΔΟΛ». Ενόσω γίνονταν όλα αυτά, τηλεφώνησε ο Κυριακίδης, για να μας προειδοποιήσει πως «την επόμενη φορά θα σας τινάξω στον αέρα». Τι είχε συμβεί; Είχε στείλει έναν βοηθό του και πέταξε στην είσοδο δυο ισχυρές κροτίδες ως «αντίδωρο» στο «δώρο» με τα φίδια! Στις καταθέσεις στην αστυνομία τα υποψήφια «θύματα», είπαμε πως εμείς δεν ξέρουμε τίποτα…

Ελάχιστα από τα στέκια όπου γράφτηκαν ένδοξες σελίδες στη διασκέδαση της πόλης έχουν απομείνει. Είναι ακόμα η «Δόμνα», το «Πήρε και βραδιάζει», η Αγορά, ίσως και κάποια άλλα, που έχουν κρεμασμένες στους τοίχους τους φωτογραφίες και κολάζ, από έναν τρόπο γλεντιών που χάθηκε. 

Ο ένας μετά τον άλλον οι αστέρες της ταβέρνας και του γλεντιού έφυγαν και αυτοί αφήνοντας αξέχαστη παρακαταθήκη στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Τελευταίος, ο κοσμοπολίτης Αντώνης Δούδος, τράβηξε την κουρτίνα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT