Η πιο ακριβής μετάφραση στα ελληνικά θα ήταν το αμήχανο «μικρο-απιστία». Ομως η λέξη αυτή δεν αποτυπώνει ακριβώς το πώς πραγματικά επιδρά ο όρος «micro-cheating» σε μια ερωτική σχέση.
Οι απόψεις έτσι κι αλλιώς ποικίλλουν, αναφέρει εκτενές δημοσίευμα του The Atlantic, το οποίο αποπειράται να διερευνήσει όλες τις εκδοχές της «μικρο-απιστίας» – άλλοτε δικαιολογώντας το «θύμα» της κι άλλοτε θεωρώντας πως στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης κάποιες –για κάποιους παρεξηγήσιμες– συμπεριφορές πρέπει μάλλον να συγχωρούνται.
Υπάρχει λ.χ. από τη μία η περίπτωση κάποιος να διατηρεί λογαριασμό σε ιστοσελίδα γνωριμιών ή να ανταλλάσσει ερωτικές φωτογραφίες με τρίτους, ενώ βρίσκεται σε σχέση. Υπάρχει, όμως, και η περίπτωση ένα απλό «μου αρέσει» σε μια φωτογραφία να εκληφθεί ως διάθεση φλερτ και άρα ως μια δυνάμει υπέρβαση των ορίων μιας μονογαμικής σχέσης.
Οπως, πάντως, αναφέρει το δημοσίευμα, η συζήτηση αυτή εκκινεί με αφετηρία την πεποίθηση ότι η ψηφιακή μας δραστηριότητα αντικατοπτρίζει τις πραγματικές μας επιθυμίες. Δεν είναι τυχαίο ότι στα παραδείγματα που το ρεπορτάζ συλλέγει περιλαμβάνεται και αυτό των διασημοτήτων που κάποιος χρήστης μπορεί να ακολουθεί. «Τι σημαίνει αν ακολουθεί τη Σίντνεϊ Σούινι ή τον Τιμοτέ Σαλαμέ για τη σχέση μας;». Ο συλλογισμός καταλήγει στο εξής ερώτημα-παρατήρηση: Μήπως όλη αυτή η υπερανάλυση του σοσιαλμιντιακού μας «εγώ» τροφοδοτείται με τόση σοβαροφάνεια για να καλύψει απλώς ανασφάλειες;
Από την άλλη, παραβλέποντας την ελαφρότητα που ενίοτε περιβάλλει τέτοιους προβληματισμούς, η ανάλυση μιας έννοιας όπως το micro-cheating φέρνει στην επιφάνεια πραγματικά αδιέξοδα των σύγχρονων σχέσεων. Ενα –φαινομενικά ανόητο ή άκακο- σοσιαλμιντιακό στίγμα μπορεί να αποβεί καταλυτικό, να δημιουργήσει ένταση, τριβή, απόσταση, ακόμα και ρήξη ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αδυνατούν να βρουν κώδικα πραγματικής επικοινωνίας, σημειώνει το δημοσίευμα.
Αλλωστε, στην εποχή της διαρκούς ψηφιακής αλληλεπίδρασης καθετί μπορεί να ερμηνευτεί ως κάτι που είναι ή ως κάτι που δεν είναι. Ενα λάικ, ένα αίτημα ακολούθησης, ένα διαχυτικό σχόλιο ή μια «καρδιά» είναι πιθανό να υπαινίσσονται πολλά, αλλά ταυτόχρονα ενδέχεται και να μη σημαίνουν απολύτως τίποτα.
Ναι, φυσικά η «κίνηση» κάποιου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αποκαλύπτει πολλά για την αισθητική, τις απόψεις του για τη ζωή, τις σχέσεις ή την πολιτική. Ενας πιστός ακόλουθος των ψηφιακών ξεσπασμάτων του Πολ Σρέιντερ δεν είναι το ίδιο με έναν θιασώτη των «συμβούλων» της ανδρόσφαιρας.
Ομως αυτή η αίσθηση πλήρους «ορατότητας» ενδεχομένως να αποτελεί πλάνη, καταλήγει το δημοσίευμα. Το κρυφό, το μύχιο, αυτό που δεν τολμάει κανείς να πει δεν αντανακλάται κατ’ ανάγκη στα σόσιαλ μίντια. Γι’ αυτό σε πολλές του εκφάνσεις το ερέθισμα του micro-cheating περισσότερο υποδηλώνει εμμονή στο τι σημάδια δείχνουν τα ψηφιακά δεδομένα, παρά ουσιαστική αποκάλυψη του «μέσα» ενός ανθρώπου.
Οι άνθρωποι είναι ανατρεπτικοί, ασταθείς, παίρνουν απρόβλεπτες αποφάσεις. Δεν μπορούν τα πάθη και τα συναισθήματά τους να ελεγχθούν ή να καθοριστούν από έναν αλγόριθμο. Τελικά, καταλήγει το δημοσίευμα, η τεχνολογία διεγείρει την ευαισθησία μας απέναντι στην πιθανή προσβολή, ερεθίζει το αρνητικό και το δυσάρεστο. Και η υπερσυσσώρευση διαύλων επικοινωνίας περιορίζει την πραγματική επαφή. Το άρθρο κλείνει παραθέτοντας έναν στίχο από το ποίημα «Chance Meeting» της Σούζαν Μπράουν. «Ξέρω τη μοναξιά του, σαν τη δική μου, –ανθρώπινη και θλιμμένη– μα και διαφορετική, και τον δικό του πόνο και τη δική του ηδονή, στις οποίες ποτέ δεν θα εισχωρήσω – ακόμα και όταν έρχεται κοντά μου». Κάποιες πόρτες δεν μπορεί να τις ξεκλειδώσει ο αλγόριθμος.

